Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη

Ανήκω σε εκείνους, τους λίγους ίσως, που γνώρισαν τον Γιάννη κάπως αντίστροφα, πρώτα ως εκδότη και στη συνέχεια ως συγγραφέα. Και πώς να μην έχεις -τουλάχιστον- περιέργεια να διαβάσεις τις ιστορίες ενός ανθρώπου, ο οποίος κόντρα στη δύσκολη καθημερινότητα και -πόσο μάλλον για τον εκδοτικό κόσμο- επιστρατεύει γερές δόσεις χιούμορ, δυναμισμού και επιμονής, αφήνεται στη ροή του λόγου του σαν να μην υπάρχει αύριο, δείχνει περισσότερο εμπιστοσύνη στους ανθρώπους γύρω του παρά δυσπιστία και δεν φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για οτιδήποτε τον ενοχλεί ή τον προσβάλλει. Σκέφτεσαι "αφού τα λέει τόσο άνετα, πώς τα γράφει άραγε;". Η απάντηση δίνεται στα βιβλία του, με πιο πρόσφατο τo "Λούσιfair, τη βασίλισσα της Κυψέλης", για τo οποία μίλησε εδώ, στο red studio.    

Είχες κάποια συγκεκριμένη γυναίκα στο μυαλό σου όταν «έπλασες» τη Λούσιfair;
Kαι βέβαια, πρώτ’ απ’ όλα την ίδια τη Λούσιfair: την απήγαγα απ’ το δεύτερό μου μυθιστόρημα, τον «Εραστή, τη μέλισσα κι ένα μικρούλι “αχ”», που γράφτηκε με αφορμή το σεισμό του ’99 στην Αθήνα κι όλα όσα συνέβησαν μετά απ’ αυτόν, τουλάχιστον κατά τις αφηγήσεις του βιβλίου. Σ’ ένα βιβλίο επίκαιρα γραμμένο και ταμένο στο απόλυτο σήμερα –φτάνει και ξεπερνάει χρονικά το τρίτο μνημόνιο- είναι τουλάχιστον αυτονόητο να ‘χω κλέψει ΚΑΙ χαρακτηριστικά γυναικών από το περιβάλλον μου. Κι είναι γυναίκες που, ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολα κύλησαν οι ζωές τους, επιμένουν κι αντιστέκονται στις ανάγκες των καιρών. Με τη Λουκία όμως του «αχ», είχα όπως φάνηκε αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς. Την παρα-καλοπάντρεψα στα β.π. δώδεκα χρόνια πριν. Το απόλυτα –παλιότερα- εργαζόμενο κορίτσι, αναλαμβάνει να σηκώσει μανίκια και το ηθικό μιας οικογένειας στη δίνη του οικονομικού κυκλώνα.


Υπήρξαν γυναίκες που να έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης στη ζωή σου αλλά και τη συγγραφική σου πορεία;
Σαν παιδί που απορούσε για πολλά και παρατηρούσε άλλα τόσα, θαρρείς και το ‘χες προγραμματίσει να ακτινογραφεί  τις φιγούρες και τον ψυχισμό των άλλων, αρχικό θεμέλιο λίθο έμπνευσης, αποτέλεσαν οι μάνα και οι θειές του σπιτιού μου στη Μακεδονία. Εκείνες, ίσως κι άβουλα ή ανύποπτα συχνά, ανέλαβαν να μου εξηγήσουν την Ελλάδα και τους ανθρώπους της στη ροή του εικοστού αιώνα. Όταν πια περάσαμε στον 21ο, ο Γιάννης άρχιζε να ωριμάζει πια στο βαθμό του ν’ αφήνει τη φαντασία του να «κλέψει» χαρακτηριστικά από σημαντικές φυσιογνωμίες, που συνέβαιναν να ‘ναι και φίλες του/μου. Δεν έχω ξεσηκώσει μ’ οιονδήποτε τρόπο έναν πραγματικό χαρακτήρα ποτέ μου. Οι γυναίκες-φίλες που ομορφαίνουν τη ζωή μου ωστόσο, στάθηκαν αρκετές αφορμές στο ν’ αντιλαμβάνομαι τον κόσμο λίγο καλύτερα μέσα από το δικό τους πρίσμα. Κι αυτό για έναν συγγραφέα είναι θεϊκό δώρο. Έτσι διαμορφώνονται σιγά-σιγά μέσα μου, νέες ηρωίδες, που άλλοτε φαντάζουν ιδανικές κι άλλοτε –ή και ταυτόχρονα- απόλυτα καθημερινές μ’ όση αυθεντικότητα μπορεί να αποδώσει η πεζογραφία που μας αφορά και προτιμάμε.

Σκέφτηκες ποτέ -έστω στιγμιαία- να πεις την ιστορία από την οπτική του «άντρα του σπιτιού», του συζύγου της Λούσιfair;
Απολύτως ναι, γι’ αυτό και θα δει ο αναγνώστης να «τρέχουν» κεφάλαια, όπου ο συγγραφέας σκύβει εντός του θυμικού του Σωτήρη μέσα από τις περιγραφές ολόκληρης της δικής του ζωής. Σ’ ένα τόσο «θηλυκό» στις ηρωίδες και τα συμβάντα του βιβλίο, μπορεί να περνάει σε δεύτερο πλάνο, αλλά ο αντρικός ήρωας εδώ, είναι από τους πιο βαρύνοντες σε σχέση μ’ όσους ζωντανεύουν από άλλα μυθιστορήματα μου.

Η ηρωίδα σου χαρακτηρίζεται από πείσμα, επιμονή και χιούμορ. Λείπουν αυτά τα χαρακτηριστικά πιστεύεις από τις γυναίκες (και όχι μόνο) σήμερα;
Απ’ όλους μας λείπουν, αλίμονο, θα ‘τανε αφελές ψέμα να ισχυριστούμε το αντίθετο. Αλλά όπως καθένας από μας, έτσι κι εγώ ξεκινάω από μένα. Και με παρατηρώ στα χρόνια και στα μαστιγώματά τους, δε στάθηκαν λίγα, μ’ όλες τις μαγικές στιγμές τους μέσα από τα βιβλία. Σε μένα διακρίνω αντοχή που δε θα προέβλεπα νεαρότερος με τίποτα, αρχίζω και βλέπω τη ζωή κωμικότερα, καταφέρνω να ισορροπώ, μεταφράζοντας όσα μας συμβαίνουν στο απαλό παράλογο. Κατανοώ βαθιά και συμπάσχω ή συμπορεύομαι μ’ όλα τα κακά της εποχής. Αλλά αντίστασή μου είναι το χιούμορ. Η κοινωνία γύρω μας, μας αποπλακώνει, προκαλεί δυσφορία ή ασφυξία. Ένα βιβλίο σα τη «Λούσιfair», γράφτηκε για να δώσει μια αποτελεσματική μπουνίτσα στην κατήφεια που μας τελματώνει στη μη δράση.

Η ιστορία της Λούσιfair αποτελεί μια ένεση αισιοδοξίας. Εσύ είσαι αισιόδοξος;
Αισιόδοξος είμαι για πολλά και απαισιόδοξος για πλήθος άλλα. Τα 43 χρόνια που τσαλαπατάω σε δυο μήνες, ωριμάζουν το πρίσμα μέσα από το οποίο ζυγίζω τις κοινωνικές συνθήκες, εξανίσταμαι, υποφέρω, βρίζω, θυμώνω πολιτικά όπως κάνουμε όλοι πια. Αλλά η γλυκιά κι ιερή στάση που κρατώ απέναντι στην έννοια «ζωή», αφήνει τη φωτεινή αύρα της συνειδητοποίησης ότι οι πιο πολλοί από μας, έχουμε υγεία, πόδια, χέρια, μάτια, μυαλά στη θέση τους. Θεωρούμε πολλά δεδομένα και δεν είναι. Μπορούν τρίτοι, να εγκλωβίσουν τον τρόπο ζωής ενός ανθρώπου, την εισροή χρημάτων στο πορτοφόλι του, ακόμα και την ίδια του την ελευθερία στο σώμα. Αλλά η σκέψη είναι η κινητήρια δύναμη, αυτή και το συναίσθημα. Με τέτοια δυνατή κι ανθεκτική προίκα, οφείλουμε να βλέπουμε τη ζωή με φωτεινά χρώματα.


...Και πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι ένας συγγραφέας, όταν είναι γνωστό ότι τα βιβλία «πλουτίζουν» την ψυχή και όχι την τσέπη;
Αυτό είναι ένα τεράστιο κομμάτι γνώσης κατ’ αρχήν, που χρειάστηκε να κατακτήσω πρώτα ως συγγραφέας κι αργότερα σαν εκδότης και υπεύθυνος σ’ έναν σημαντικό πια εκδοτικό οίκο που στήθηκε με τον αγώνα μας, αισιοδοξώ. Γιατί στα δύο χρόνια λειτουργία μας, ένιωσα συχνά ότι προκύπτουν λύσεις από κει που δε το περιμένεις. Όταν δίνεις την ψυχή σου σ’ ένα αντικείμενο όπως οι εκδόσεις, τα πλήγματα θα ‘ναι τακτικά σ’ επίπεδο θυμικού, συχνά και καίρια. Αλλά η αγάπη των φίλων μας –που αξίζει να συνεχίσει να «χρηματοδοτεί» τα όνειρά των δημιουργών, αγοράζοντας τα βιβλία τους έστω και μια φορά, αν ακόμα κι αυτό είναι εφικτό- είναι αρκετή στη δυσκολότερη ίσως οικονομική καμπή, για ν’ αντιμετωπίσουμε τα ίδια τα έξοδα των βιβλιοπαραγωγών μας. Σημασία έχει να μη σταματήσουμε να γράφουμε, να συναντιόμαστε μέσα από γεγονότα πολιτισμού, να μην αφηνόμαστε στη ρούχλα των 4 τοίχων του μικρόκοσμού μας. Τριάντα σημαντικοί τίτλοι σε βάθος διετίας είναι το υπερόπλο μας. Κι όταν αγωνίζεσαι χωρίς κρυφούς όρους, η ποιοτική διαφορά σου, διακρίνεται εύκολα ακόμα κι από ανθρώπους αγνώστους, που έρχονται σ’ επαφή με τη δουλειά μας.

Σε έναν συγγραφικό κόσμο όπου γίνονται best-seller κυρίως οι ιστορίες που εμπνέονται από τον κόσμο του φανταστικού και όχι του πραγματικού, σκέφτηκες ποτέ να «αλλάξεις» πορεία;
Η αλήθεια είναι ότι κάθε σχέδιο βιβλίου μου είναι ολότελα αλλιώτικο με τ’ άλλα, λες και το κάνω κρατώντας κάποιο κρυφό στοίχημα. Ίσως σ’ αυτό να βοηθά, ότι έχω κακές σχέσεις με την έννοια «πλήξη». Ο Γιάννης γράφει ωστόσο σα Γιάννης: άλλοτε κωμικά, άλλοτε στοχαστικά, άλλες φορές πάλι δραματικά, κατηγορία ριζικά και για πάντα δεν με βλέπω ν’ αλλάζω. Ένα μυθιστόρημα για 6 σημαντικά πρόσωπα, υπάρχει ήδη σε εξέλιξη γραφής κι αυτό δείχνει περίσκεψη κι αγάπη για την ανθρώπινη ψυχή μέσα από την πεζογραφία. Αλλά ονειρεύομαι να γράψω ένα μυθιστόρημα μυστηρίου. Μου λείπουν ωστόσο σημαντικά κλειδιά του. Μόλις τακτοποιηθούν οι τρέχουσες συγγραφικές ορμές μου, θα καταπιαστώ μ’ ένα σχέδιο κόσμων παράλληλων, περισσότερα, είναι αναγκαίο να μην πω.

Ποιους συγγραφείς αγαπάς εσύ; Με ποιους μεγάλωσες ή σε ποιους ανατρέχεις όταν διψάς για ανάγνωση;
Σημαντικοί –περισσότερο ή λιγότερο, αδυνατώ να εκτιμήσω- στάθηκαν τόσοι πολλοί κυρίως Έλληνες κι Ελληνίδες συγγραφείς, που αν αρχίσω ν’ απαριθμώ ονόματα, θα ξεχάσω δεκάδες ή στην άλλη περίπτωση θα χρειαστεί να τους αναφέρω. Ενδιαφερόμουν για ό,τι μεταπολεμικά έχει γραφτεί στη χώρα μου. Αξίζει ωστόσο να πω, ότι η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων ξεκίνησε πριν κλείσω τα εννιά μου χρόνια με ενήλικα μυθιστορήματα σαν αυτά του Μενέλαου Λουντέμη, που στην ιδιαίτερη πατρίδα μου –το νομό της Πέλλας- θεωρείται γηγενής κι αντίτυπά του, περιέρχονταν σα δώρα, ακόμα και στις ονομαστικές μας εορτές. Μετά το Λουντέμη, οι παγκόσμιοι γνωστοί συγγραφείς και τα πολυαγαπημένα σε όλους μας βιβλία τους, αποτελούσαν απλά-ευχάριστα αναγνώσματα.

Στο βιβλίο σου θίγεις αρκετά κοινωνικά ζητήματα και ασκείς κριτική στην πολιτική. Αλήθεια, θα μπορούσες ποτέ να ασχοληθείς με την πολιτική;
Άμεσα και με πολύ μεράκι, θα ‘βγαινα στους δρόμους σαν αφισοκολλητής, αν υπήρχε ένας κομματικός σχηματισμός που να μου παρείχε την ασφάλεια, ότι θα ‘δινε στέγη στις απορίες ή τις ενστάσεις μου. Φίλα προσκείμενος είμαι και δεν το κρύβω, φίλους που πολιτεύονται έχω. Αλλά τη νοοτροπία αυτού του σύρε κι έλα, δεν την κατέχω. Αν ωστόσο ταιριάζαν οι συγκυρίες, δε το βρίσκω καθόλου απίθανο. Αλλά στα τωρινά μου σχέδια εντάσσεται μόνο η ανάδειξη κι η ασφαλής θέση του δικού μας εκδοτικού σχήματος, ας διασώσουν (γελάει) την Ελλάδα, όσοι το ‘χαν μεγαλύτερο καημό. Αργότερα, βλέπουμε, προς το παρόν ας απολαύσουμε την ψείρα στους γιακάδες μας, κατά τη γνωστή παροιμία.

Υπάρχει κάτι που έχεις γράψει αλλά δεν έχεις τολμήσει/ αποφασίσει ακόμη να βγάλεις από το συρτάρι; Κάτι ίσως πολύ προσωπικό ή διαφορετικό από όσα έχεις γράψει μέχρι τώρα;
Ένα παραμύθι για παιδιά –κι όχι μόνο- υπάρχει στο συρτάρι μου κι είναι τέτοια η αναμονή της έκδοσής του, που είναι πιθανό να μη κυκλοφορήσει ταυτόχρονα μονάχα στα Ελληνικά. Πλάι του, υπάρχουν κάποια μικρά –ενήλικα ωστόσο- παραμύθια ακόμα, που όταν έρθει η στιγμή θα εκδοθούν σε σχήμα μικρό, σαν κάτι αλλιώτικο, αλλά ξεχωριστό. Τον κύριο χρόνο μου ωστόσο, κλέβει γλυκά το μυθιστόρημα που «τρέχει» σα γραφή κάθε φορά, σ’ αυτό εστιάζω, χωρίς ωστόσο να περιορίζω τον εαυτό μου νοητικά, στο να ονειρευτεί τα επόμενα μυθιστορήματα, θεατρικά σενάρια ή παραμύθια του.


• Επισκεφτείτε τη Σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη
κι επικοινωνήστε μαζί του, εδώ:

• Η «Λούσιfair, η βασίλισσα της Κυψέλης»,
όπως και τα άλλα 5 προσωπικά βιβλία του,
 κυκλοφορούν από την «Άνεμος εκδοτική»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Write me your comments