Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Eρωτικές Ιστορίες: Στον ελεύθερο μου χρόνο κλαίω

"Στον ελεύθερο μου χρόνο κλαίω", είπε και σώπασε. Μέσα στη θλίψη της φράσης, μου φάνηκε και λίγο αστεία, χαμογέλασα αμήχανα. "Γυρίζω στο σπίτι από τη βόλτα που έτσι κι αλλιώς έβγαινα για να μην σκέφτομαι και να μην κοιτάζω διαρκώς το αθόρυβο κινητό μου και κλαίω, συνέχισε. Κλαίω μόλις ανοίγω τα μάτια μου το πρωί και το βράδυ στο αυτοκίνητο, στον δρόμο της επιστροφής. Εκεί που δεν υπάρχει άλλος κανείς. Είναι ο ελεύθερος χρόνος μου. Ό, τι θέλω τον κάνω!" 


-Δεν θέλω να το συζητήσω, δεν με ενδιαφέρει, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτή η κουβέντα, ακούς; Δεν ασχολούμαι!
-Μα είναι απλό, είναι χρήσιμο να το συζητήσουμε, πώς γίνεται να μην σε ενδιαφέρει; Είμαι κι εγώ εδώ, κι εμένα με απασχολεί. Είναι πρακτικό το θέμα. Τι θα πει δεν ασχολούμαι; 
-Δεν με ακούς μου φαίνεται, δεν ασχολούμαι σου είπα, δεν με ενδιαφέρει, κι αν σ'αρέσει. Αν δεν σ'αρέσει, φύγε. 

"Τουλάχιστον εσύ νιώθεις", της είπα. "Νιώθεις, σκέφτεσαι, πονάς, στεναχωριέσαι ή απογοητεύεσαι, παρηγορείσαι και σκουπίζεις τα μάτια σου, ξαναχαμογελάς και -φτου, και βγαίνεις. Τουλάχιστον εσύ ζεις με ένταση την αρχή και το τέλος, και το ενδιάμεσο. Βάζεις όλο σου το είναι μέσα του, το ευχαριστιέσαι και το πενθείς, ανάλογα, αλλά είναι ολόκληρο, σε γεμίζει ή σε αδειάζει, όλα ή τίποτα". 


-Εγώ το είπα για να σε στηρίξω...
-Δεν ξέρεις να στηρίζεις μάλλον. Και στην τελική, ποιος σου είπε ότι θέλω στήριξη; 
-Πιστεύω πως αυτό θα ήθελα κι εγώ αν ήμουν στη θέση σου!
-Ε, τότε μάλλον έπρεπε να κάνεις σχέση με τον εαυτό σου.

"Κλαίω που τα έβλεπα όλα με τα μάτια του τυφλού, για τη σιγουριά μου πως δεν κάνω λάθος, που δεν ρώτησα ποτέ ευθέως -αλήθεια, εσύ πώς νιώθεις; τι θες;-, κλαίω που όσα ωραία μοιράστηκα, έγιναν σε μια στιγμή θρύψαλα, από λέξεις άγνωστες στον έρωτα, ειρωνικές φράσεις που έβγαιναν από άγνωστο στόμα, από κοφτές εγωκεντρικές δηλώσεις που δεν χωρούσαν κι εμένα μέσα -χωρούσαν μόνο έναν". 

-Μάλλον δεν θυμάσαι καλά, να κοιτάξεις τη μνήμη σου. Επίσης, δεν έχεις ιδέα και δεν σε απασχόλησε να μάθεις τι θέλω και τι χρειάζομαι πραγματικά, και δεν έχεις αυτογνωσία, και πρέπει να κάνεις μια ειλικρινή συζήτηση με τον εαυτό σου. Α, και αμφιβάλλω αν με ερωτεύτηκες ποτέ, θέμα που επίσης χρίζει ανάλυσης από ψυχολόγο, αλλά δεν θα το αναλάβω εγώ. Άντε γεια. 

"Εσύ τουλάχιστον κλαις", της ξαναείπα. "Ξεσπάς, νιώθεις χαρά ή λύπη, ζεις, εκδηλώνεις έναν -προσωρινό- έρωτα. Μέχρι την επόμενη φορά, το επόμενο παιχνίδι, την επόμενη μάχη επιβίωσης, κατάκτησης ή παράδοσης, μέχρι το επόμενο χαμόγελο ή και δάκρυ. Νιώθεις. Και μαθαίνεις. Όχι τα μαθήματα των άλλων, τις εμπειρίες από παλιότερους πόνους και τις διδαχές που το πιθανότερο είναι ότι θα σε κλείσουν στον εαυτό σου. Εσύ μαθαίνεις πως το σημαντικότερο στη ζωή αυτή είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Και δεν υπάρχει σπουδαιότερο μάθημα από αυτό".


"Στον ελεύθερό μου χρόνο, κλαίω", είπε και σώπασε.   




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Μακάρι


Ήταν μία από αυτές τις φριχτές νύχτες. Που τίποτα δεν προμηνύει έναν γλυκό ύπνο, τίποτα δεν προμηνύει καν ύπνο, στριφογυρίζεις στα παπλώματα, ζεσταίνεσαι, κρυώνεις, ανοιγοκλείνεις τα μάτια, ακούς τα μηχανάκια που περνούν έξω στον δρόμο, φαντάζεσαι πως έχουν ιλιγγιώδη ταχύτητα, κι ας μην έχουν, πίνεις λίγο νερό, αλλάζεις πλευρό, καταλήγεις να ανοίγεις το φως και να πιάνεις ξανά το βιβλίο στα χέρια σου, μέχρι να νυστάξεις. Μακάρι να νυστάξεις. 

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ερωτικές ιστορίες: Τέλος εποχής


Αλήθεια, δεν ενδιαφέρεις. Δεν ΜΕ ενδιαφέρεις. Ακόμη αναρωτιέμαι αν και γιατί με ενδιέφερες κάποτε. Γιατί η τόσο ενδιαφέρουσα -για σένα- ζωή σου προκαλούσε μία γοητεία στη δική μου ματιά. Αλήθεια, πέρασε καιρός, μεγάλωσα. Δεν έχει νόημα, τώρα, που η ζωή σου δεν φαντάζει τόσο ενδιαφέρουσα ούτε καν για σένα, τώρα που προσπαθείς -και φαίνεται ότι προσπαθείς- να είσαι ενδιαφέρον. Ακόμη και τώρα, όμως, δεν έχεις αλλάξει. Διατηρείς έναν εγωκεντρισμό που διαχέεται σε κάθε σου πρόταση, μια επίδειξη δυναμικής παρουσίας εδώ κι εκεί, μια προσπάθεια να τραβήξεις την προσοχή με τις νίκες ή τις ήττες σου. Αλήθεια, δεν έχεις κουραστεί να ασχολείσαι με τα ασήμαντα; Δεν αισθάνθηκες ποτέ την ανάγκη να μιλήσεις με κάποιον ουσιαστικά; Να μην επικοινωνείς για να προβάλλεις τα όσα κάνεις ή θα κάνεις, τα όσα μικρά σε ταλαιπωρούν και για τα οποία θες συμπαράσταση; Δεν αισθάνθηκες την ανάγκη να ακούσεις; Δεν ενδιαφέρεις. Δεν ΜΕ ενδιαφέρεις. Δεν με ακούς. Θες να τραβήξεις την προσοχή μου για να επιβεβαιωθείς. Θες να νοιαστώ, να ρωτήσω, να ακούσω, να σε ξανατοποθετήσω στο βάθρο που ήσουν κάποτε. Ποιο βάθρο; Ποιο νοιάξιμο; Μη ζητάς συγνώμη για τα περασμένα. Μη ζητάς συγνώμη όταν δεν έχεις μετανιώσει. Μη ζητάς συγνώμη γενικά. Και μη μιλάς για νοιάξιμο. Αυτά για τα οποία ζητάς συγνώμη, είναι αυτά για τα οποία θέλω να σου πω "ευχαριστώ". Δεν θα ήμασταν εδώ χωρίς αυτά. Δεν θα ήμουν τόσο καλά... χωρίς εσένα. 

Γιατί είμαστε εδώ; Γιατί παραμένουμε εδώ με τις ώρες, κρατώντας ένα ποτό στο χέρι; Γιατί συζητάμε και ανταλλάσσουμε απόψεις για τις σχέσεις, τις δεσμεύσεις, το "για πάντα" -που δεν υπάρχει-, την εργένικη ζωή -που συνηθίζεται-, τις νύχτες αϋπνίας, τη ζήλια που έχουμε νιώσει ή βιώσει, γιατί συζητάμε τόσο πολύ; Γιατί δείχνουμε πως περνάμε καλά, πως απολαμβάνουμε αυτές τις ώρες με το ποτό στο χέρι; Γιατί τόση θεωρητική κουβέντα; Μήπως απλά σκοτώνουμε τον χρόνο μας, γιατί δεν σε γουστάρω και δεν με γουστάρεις, και ελπίζουμε αυτός ο σκοτωμένος χρόνος να μας επιβεβαιώσει πως δεν έχουμε καμία χημεία; Ποιος μηχανισμός, αλήθεια, είναι αυτός που φτιάχνει τη χημεία, αν όχι το μυαλό μας; Η σκέψη πως θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα, πως είναι αστεία αυτά που λες, πως είναι γοητευτική η όψη σου και η φωνή σου, αυτό μπορεί να με κάνει να νιώσω πως έχουμε χημεία. Η σκέψη σου πως θες να με γνωρίσεις καλύτερα, πως είναι αστεία αυτά που λέω, πως είναι γοητευτική η όψη μου, μπορεί να κάνει κι εσένα να νιώσεις πως έχουμε χημεία. Γιατί με κοιτάζεις; Το ξέρω ότι δεν θα επικοινωνήσουμε αύριο. Ούτε μεθαύριο. Ξέρω ότι δεν θέλουμε να πληγώσουμε. Τι αστεία δικαιολογία. Τι αστείοι που είμαστε. 

Έχω ξεχάσει το μαζί που υπήρξαμε. Έχω ξεχάσει την όψη σου, τη μυρωδιά σου, τη χροιά της φωνής σου, έχω ξεχάσει το άγγιγμά σου, οτιδήποτε έμεινε στο παρελθόν. Έχω ξεχάσει το μαζί που υπήρξαμε -αλήθεια, υπήρξαμε μαζί; Αμφιβάλλω πια ακόμη και γι' αυτό, δεν θυμάμαι, δεν με νοιάζει να θυμηθώ, εμφανίζεσαι πού και πού μέσα σε διαδικτυακές σελίδες ή κοινούς φίλους, σε χαμογελαστές φωτογραφίες, ή σε ευχετήρια μηνύματα γενεθλίων, περαστικός και χαλαρός -έτσι δεν ήσουν πάντα; Έτσι δεν είμαστε όλοι; Περαστικοί και χαλαροί, κι ας σφίγγουμε τα χέρια μας για λίγο για να περπατήσουμε μαζί, κι ας πλέκουμε τα δάχτυλά μας, κι ας περιπλέκουμε τα λόγια και τη σκέψη μας. Πόσο εύκολα ξέχασα τα πάντα. Κράτησα μόνο μια αίσθηση -μια ανακούφιση που ο κύκλος μας έκλεισε, σχεδόν μου επέβαλα να μη μετανιώσω για τον χρόνο που έχασα προσπαθώντας να μας κάνω ίδιους, προσπαθώντας να δω σε σένα αυτά που δεν είχες και δεν ήσουν, ενώ εθελοτυφλούσα ανάμεσα στη δική μου εικόνα για σένα και την αγάπη, και στην πραγματικότητα. Κι αν η πραγματικότητα δεν μου έδινε αυτό που περίμενα, δεν φταις εσύ. Δεν ήμασταν "φτιαγμένοι" όπως λένε για μαζί. Ήμασταν τόσο μισοί. Μ'αρέσει η πραγματικότητα. Έχει πραγματική αγάπη. Εμείς δεν είχαμε. 

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Ερωτικές Ιστορίες: Δώρο


Έφτασε περιχαρής. 

-Σου έχω ένα δώρο, είπε. 
Χαμογελούσαν μέχρι και τα μουστάκια του, όπως κάθε φορά που έφερνε ένα δώρο. Του άρεσαν τα δώρα, σχεδόν την πίεζε να της κάνει δώρα, να της αγοράσει καθετί που μπορεί να έλεγε απλώς πως της αρέσει, με μια έως και εμμονικά δοτική διάθεση που ενίοτε καταργούσε τη χαρά του δοσίματος και της όποιας έκπληξης από πλευράς της. 
-Δώρο; Τι δώρο; Μα, πάλι; του είπε. 
Ήταν ένα ολοστρόγγυλο πακέτο. 
-Έλα, πάρ'το!
Τον ευχαρίστησε με ένα φιλί και το έπιασε στα χέρια της με έναν μικρό δισταγμό. Δεν χρειαζόταν να της πάρει πάλι δώρο, δεν είχε γιορτή ή γενέθλια, δεν πήρε προαγωγή, δεν είχε καν μια κακή μέρα που χρειαζόταν να την τονώσει. Αλλά το δώρο είναι δώρο, ε, είναι δόσιμο, είναι αγάπη, ε; 
Το στρογγυλό πακέτο περιλάμβανε ένα σκουρόχρωμο χειμερινό κράνος μηχανής. 
-Για να μπορούμε να απολαμβάνουμε τις βόλτες μας με τη μηχανή μου και τον χειμώνα, χωρίς να κρυώνεις. 
Ναι, οκ, δεν ήταν κακή ιδέα, στις σπάνιες φορές που τον χειμώνα χρειάστηκε να μετακινηθούν με μηχανή το κρύο ήταν ανυπόφορο για εκείνη που δεν ήταν συνηθισμένη στο όχημα αυτό. Αλλά όχι μόνο λόγω κράνους -χρειαζόταν ολόκληρη στολή για να μπορεί να ανέβει με άνεση. Αλλά και πάλι, την αγαπούσε, της πήρε δώρο, τη σκέφτηκε...
-Ευχαριστώ! 
Και αποφάσισε να το δοκιμάσει. 

Μόλις το πέρασε στο κεφάλι της, κι έμειναν μόνο τα μάτια της ακάλυπτα, ένιωσε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, εγκλωβισμένη. Σαν να την είχαν κλείσει κάπου και της είχαν στερήσει μέχρι και το οξυγόνο της, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Την έπιασε πανικός, δεν μπορούσε να το βγάλει, είχε σφηνώσει στο κεφάλι της, κι εκείνη ένιωθε πως θα λιποθυμούσε. Μέσα στα ίδια αυτά δευτερόλεπτα, εκείνος, που την αγαπούσε, που της έκανε δώρα για να της το δείξει, που τη σκεφτόταν κάθε λεπτό της ημέρας, δεν μπορούσε να τη βοηθήσει -εκείνος την είχε εγκλωβίσει. 

Ουφ! 
Μια δραστική κίνηση και το έβγαλαν. Ένα μικρό σκουλαρίκι της πετάχτηκε στο πάτωμα. Πήρε βαθιές ανάσες. 

Έμεινε μερικές στιγμές να σκέφτεται πώς η αγάπη μπορεί να σε περιορίσει, να σε εγκλωβίσει, μέχρι και να σε πνίξει, πώς μπορεί αυτός που σε αγαπάει να σου στερεί την ελευθερία σου, τι είναι τελικά η αγάπη και το δώρο, αν όχι μια προσπάθεια να με αγαπήσεις κι εσύ, να δεθείς περισσότερο μαζί μου, να αισθανθείς πόσο καλός είμαι, πόσο ανάγκη με έχεις, πόσο άδικο είναι να μου θυμώνεις, εμένα, που σου κάνω δώρα και σε φροντίζω και σε νοιάζομαι; 

Μα τι βλακείες σκέφτομαι, είπε στον εαυτό της. Έσπρωξε με την άκρη του παπουτσιού της το σκουλαρίκι κάτω από τον καναπέ, έδιωξε τις αρνητικές σκέψεις, γύρισε προς το μέρος του και του χαμογέλασε. Εκείνος, προβληματισμένος, στεναχωρημένος που το δώρο του δεν είχε ακριβώς την επιτυχία που περίμενε, την κοιτούσε με σάστισμα.   

-Με συγχωρείς, μάλλον μου ήταν μικρό το νούμερο. Θα το αλλάξουμε μαζί. 

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Eρωτικές Ιστορίες: Άβολες μαύρες μέρες

Δεν ήθελε να φύγει. Φαινόταν στη στάση του, στο βλέμμα του, στις σύντομες ματιές που της έριχνε ενώ προχωρούσαν. Ήθελε να τη σταματήσει, εκεί στη μέση του πεζόδρομου, και να τη φιλήσει. Χωρίς λόγια. Δεν το έκανε. Πώς θα υποστήριζε έτσι τον ρόλο του "χαμένου", του "κακού", του "αναίσθητου" που με τόση προσήλωση και επιχειρήματα έχτιζε όλο το βράδυ; Αν τη φιλούσε, απλώς θα γκρέμιζε ένα κατασκευασμένο οικοδόμημα γεμάτο απαγορευτικά σήματα τα οποία αν εκείνη παραβίαζε, θα είχε την απόλυτη και μοναδική ευθύνη. Γι' αυτό συνέχισε να προχωράει δίπλα της, ρίχνοντας ακόμη πιο σύντομες ματιές και λέγοντας οτιδήποτε άσχετο με εκείνους που θα άλλαζε το κλίμα -ή έστω θα γέμιζε τον ελάχιστο κοινό χρόνο που τους απέμενε μέχρι να φτάσουν στον χώρο, όπου εκείνη θα συναντούσε την παρέα της. Και θα χωρίζονταν. Καλύτερα να έπαιρνε εκείνη την όποια απόφαση, να ήταν εκείνη αυτή που θα εισέβαλε με το "έτσι θέλω" στον καλά προστατευμένο χώρο του, για τον οποίο την είχε ενημερώσει. Έτσι, αν οτιδήποτε πήγαινε στραβά, αν ο "χαμένος", "κακός", "αναίσθητος" εαυτός του έκανε την εμφάνισή του ανά πάσα στιγμή, εκείνος, άμοιρος ευθυνών, θα ήταν -στη χειρότερη περίπτωση- απλώς συνεπής στα λόγια του, κι εκείνη θα έπρεπε να αντιμετωπίζει εν γνώσει της όσα και οι δύο φοβούνταν.