Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Καραντίνα, εσύ σουπερστάρ

(Η ζωή σε ένα τετράγωνο κουτί, γεμάτο μικρά εμπόδια)
Η καραντίνα θα μπορούσε να έχει τίτλο ταινίας. Eat, pray, love”, στην πιο ρομαντική πλευρά της. “Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους”, στην πιο τραγελαφική, όταν τα μαλλιά μας έχουν γίνει σαν του Χαβιέ Μπαρδέμ από τις ημέρες που περνούν μακριά από τον κομμωτή μας. “Dirty Dancing” για όσους έχουμε εξασκήσει τα χορευτικά ταλέντα μας εντός λίγων τετραγωνικών. “The Matrix” για τη νέα σχέση μας με τις μηχανές και την ελευθερία, όπως εκείνες την (περι)ορίζουν. Θα μπορούσε να λέγεται και “Αστακός”, να μας υπενθυμίζει, αντίστροφα από την ταινία του Λάνθιμου, πως θα μεταμορφωθούμε σε ένα επικίνδυνο ον, αν ξεπορτίσουμε, αν αγγίξουμε, αν αγκαλιάσουμε και αν φιλήσουμε.
 Θα μπορούσε να έχει τίτλο τραγουδιού, επίσης. Η μέρα εκείνη δε θ’ αργήσει”, ή “Αυτός που περιμένω” (αφιερωμένο σε όλους τους αγαπημένους μας, που μας έχουν λείψει και δεν βλέπουμε την ώρα να δούμε) ή “Τώρα κλαις, γιατί κλαις;” (για όσους μετανιώνουν για τα όσα έκαναν ή δεν έκαναν πριν από τον εγκλεισμό), “Δεν έχει σίδερα η καρδιά σου” (έχει όμως το σπίτι σου!), ή “Ζηλεύω το μικρό σου το γατί” (Ξεκάθαρα, αφού αυτές τις μέρες τα κατοικίδια έχουν πάρει τα περισσότερα χάδια που έχουμε δώσει ποτέ σε άνθρωπο), “Γύφτισσα μέρα” (για κάθε μέρα που χάνουμε το κουράγιο μας και κάτι μας λείπει).
Η καραντίνα, στην πραγματικότητα, είναι στον καθρέφτη μας. Τη βλέπουμε κάθε μέρα, αρκετές φορές την ημέρα, ειδικά αν πλένουμε συνεχώς τα χέρια μας. Είναι όσο απειλητική τη θεωρούμε εμείς, συγχρονίζεται με τη διάθεσή μας, με τα κέφια μας. Μας βαραίνει τις ημέρες που βρέχει, φαίνεται προσωρινή όταν έχει ήλιο. Είναι αυτή που μας έφερε αντιμέτωπη με όλα τα περιττά της ζωής μας, μέσα σε λίγες μέρες. Περιττά αντικείμενα, βαζάκια, βιβλία, περιοδικά, αναμνηστικά, ρούχα, μπιχλιμπίδια, πετρούλες, καδράκια, τασάκια, κουκλάκια, χαρτάκια -και οτιδήποτε άλλο σε υποκοριστικό τέτοιο τύπου. Με τις περιττές συναναστροφές, επίσης, τις περιττές χαιρετούρες. Τους περιττούς -για τον ψυχισμό μας- ανθρώπους και διαλόγους. Αυτούς που ένα κομμάτι μας αδυνατούσε να πλησιάσει συναισθηματικά, και τώρα, να, μια μεγαλύτερη δύναμη μας απομακρύνει -επιτέλους- από εκείνους, μας δίνει την ηρεμία και την απόσταση που θέλαμε. Αυτό δεν περιμέναμε;

Η καραντίνα μας έφερε αντιμέτωπους με το παιδί που ήμασταν -τουλάχιστον φωτογραφικά, με τόσα άλμπουμ που ανασύραμε- ίσως και συναισθηματικά. Βρήκαμε παλιά ημερολόγια, τότε που δεν μας άφηνε ο μπαμπάς να βγούμε πολύ έξω, γιατί ήμασταν μικροί, ή τότε που ζήλευε ο πρώην σύντροφός μας όποτε βγαίναμε χωρίς εκείνον, ή που δεν θέλαμε να βγούμε γιατί είχαμε μικρές κρίσεις άγχους επειδή δεν είχαμε δουλειά ή αναρρώναμε από κρυολόγημα. Είχαμε περάσει κι άλλες περιόδους εγκλεισμού, οικειοθελούς, ενίοτε. Θυμάσαι όλες εκείνες τις φορές που ήθελες να γυρίσεις στο σπίτι αντί να βγεις με τους φίλους σου μετά τη δουλειά; Που γκρίνιαζες γιατί δεν σου άρεσε το μαγαζί που θα πήγαιναν ή γιατί υπήρχε κάποιος στην παρέα που σε κοιτούσε με μισό μάτι; Θυμάσαι πόσες φορές έφυγες βιαστικά γιατί σε περίμενε εκείνος /η στο σπίτι, ενώ περνούσες πραγματικά καλά εκεί που ήσουν; Θυμάσαι πόσα “όχι” είπες; Πόσες ώρες αφιέρωσες στο κινητό σου, ενώ ήσουν έξω με πρόσωπα που αγαπούσες; Πόσες σκέψεις απέκρυψες από τον ίδιο σου τον εαυτό, που τώρα έρχονται κάθε μέρα και σου υπενθυμίζουν την ύπαρξή τους. Θυμήσου τα.
Η καραντίνα μας έφερε αντιμέτωπους και με τον ενήλικα που γίναμε. Τι κάνουμε όταν δεν μας βλέπει κανείς; Πώς περνάμε τι ώρες που είναι ολότελα δικές μας; Ποιες σκέψεις κάνουμε; Ποιους νοσταλγούμε; Με τι γελάμε μέχρι δακρύων; Ποιες πιτζάμες μας δεν αντέχουμε και ποιο άρωμα είναι αυτό που θέλουμε να έχει το μπάνιο μας; Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το τι μπορεί να ανακαλύψεις για σένα. Από τις ευαισθησίες που καταπιέζεις, την ανάγκη σου για συντροφικότητα ή για απομόνωση, τη δοτικότητα σου, το μεγάλο σου ταλέντο στη μαγειρική και τη yoga, ή το πόσο ατσούμπαλος είσαι όταν σε αφήσουν “σε ένα τετράγωνο κουτί γεμάτο μικρά εμπόδια!” (το σπίτι σου).
Η καραντίνα είναι κάπου τριγύρω μας και γελάει με τις αντιδράσεις ή τις προσδοκίες μας, ειδικά στον τομέα του φλερτ και των ερωτικών σχέσεων. Κι εδώ, ο καθρέφτης μας είναι μπροστά μας ανά πάσα στιγμή. Πώς να του ξεφύγεις; Θα ήταν πολύ αισιόδοξο σενάριο αυτό κατά το οποίο οι υπάρχουσες σχέσεις ισχυροποιούνται από το “συνέχεια μαζί” και όσοι είναι μόνοι τους συνειδητοποιούν τι αναζητούν και το διεκδικούν στη “μετά εγκλεισμού” εποχή. Θα ήταν εξίσου αισιόδοξη η συνειδητοποίηση ότι κάποιες σχέσεις δεν λειτουργούν όταν δεν υπάρχει κοινωνική ζωή ή δεκάωρη απασχόληση, κατά την οποία κλείνουμε το τηλέφωνο και εξαφανιζόμαστε όλη την ημέρα. Θα ήταν δίκαιο να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και ίσως να χωρίσουμε μετά. Ή να κάνουμε παιδιά. Ή αν είμαστε ελεύθεροι, να έχουμε μια πιο καθαρή ματιά στο εξής για το πώς είναι λειτουργικό να αγαπάμε και να νοιαζόμαστε -αφού ο χρόνος μπορεί κάποια στιγμή, ξαφνικά, να τελειώσει, αφού ίσως να μην μπορούμε ούτε να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον και να μείνουμε σε ένα διαδικτυακό φλερτ που είναι τόσο κενό, όσο και ένα άδειο ποτήρι. Μπορεί να καταλάβουμε γιατί τόσο καιρό το ποτήρι μας ήταν άδειο -ή έτσι το βλέπαμε.
Η καραντίνα δεν μας άλλαξε και δεν είναι ανάγκη να μας αλλάξει. Μπορούμε να έχουμε σκοτεινές μέρες, και κανείς δεν θα μας πει “γιατί;” ή “δεν πρέπει”. Μπορεί να μη θέλουμε να έχουμε διαβάσει 10 βιβλία όταν όλα αυτά τελειώσουν, ούτε να έχουμε δει 50 ταινίες και 25 θεατρικές παραστάσεις. Μπορεί να μην βγούμε γυμνασμένοι, ούτε να έχουμε κάνει διαλογισμό. Να μην έχουμε καν επεξεργαστεί τα λάθη και τα σωστά μας σε σχέση με τους διπλανούς μας, τον συγκάτοικό μας, ακόμη.
Η καραντίνα δεν έχει κανένα μαγικό ραβδί για να μας αλλάξει τη ζωή. Τυγχάνει όμως να μας έχει δώσει μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουμε μόνοι μας.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

O ιός

Δεν σου είπα ποτέ ότι ήταν πολύ ωραίο το χέρι σου πάνω στο δικό μου εκείνη την βραδιά, που τρώγαμε μακαρονάδες. Σε ένα μισοάδειο μαγαζί, που εμάς μας φαινόταν ότι είχε κόσμο πολύ και θέλαμε ησυχία. Ήταν ωραίο το χέρι σου πάνω στο δικό μου, ήταν ανακουφιστικό, ήταν ζεστό, δεν ήταν δεδομένο. Ήταν ανακουφιστικό ότι ήσουν εκεί δίπλα εκείνη τη νύχτα, όταν ένιωθα ότι είχε συμβεί μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου και ποτέ δε σου είπα ευχαριστώ. Δεν σου είπα ευχαριστώ για αυτό το τραπέζι, ήταν πολύ ωραίο, θα έπρεπε να το κάνουμε πιο συχνά, χωρίς να κοιτάξουμε ούτε μία φορά το ρολόι, χωρίς να πούμε "θα τα πούμε την Πέμπτη", και την Πέμπτη να το αναβάλουμε γιατί κάτι έτυχε, και να μην ανανεώσουμε ποτέ. 

Συγνώμη που δεν σου έδωσα εκείνο το φιλί, το ήθελα. Ναι ήταν καλό να μετράμε τα φιλιά μας, να μετράμε τα λόγια μας, όλα δίνονταν χωρίς σκέψη, κι εμείς θέλαμε να το αλλάξουμε αυτό, θα είχαμε χρόνο άλλωστε, να τα ξαναπούμε, να αποδείξουμε ότι είχαν νόημα. Είχαν νόημα, φυσικά και είχαν. 

Δεν θα ξαναγυρίσει εκείνο το βράδυ, με το χέρι σου πάνω στο δικό μου, με τα αστεία που μου έλεγες για να νιώσω καλύτερα, ούτε εκείνη η Πέμπτη που αναβάλαμε να ξαναβρεθούμε θα έρθει πάλι, ούτε αυτός ο λιγοστός κόσμος που μας φαινόταν πολύς θα μας κυκλώσει ξανά. 
Τώρα το μαγαζί είναι κλειστό, μπορείς να παραγγείλεις την μακαρονάδα στο σπίτι, να την φας μόνος σου, και εγώ μόνη μου, να πούμε εντυπώσεις μέσω μίας βιντεοκλήσης, μετά να πλύνουμε καλά τα χέρια μας, να πετάξουμε τη σακούλα με το πακέτο, το άδειο πακέτο, να σου στείλω ένα φιλί. 

Έχω ξεχάσει πώς είναι το χέρι σου πάνω στο δικό μου, ξέρω ότι όλοι αυτοί που ήταν γύρω μας εκείνο το βράδυ είναι κι αυτοί μόνοι τους τώρα, το πολύ πολύ περπατούν φορώντας μάσκες στο πρόσωπό τους, μιλάνε με τα μάτια και κρατούν αποστάσεις 2 μέτρων. 
Δεν ενοχλούν εσένα κι εμένα πια, ενοχλούν και ενοχλούνται οι ίδιοι, κοιτούν καχύποπτα με τη σειρά τους όποιον συναντούν. Και σε αυτούς θέλω να ζητήσω συγνώμη, μου λείπουν οι φωνές και φασαρία τους, η ελευθερία τους, όπως και η δική μας, η μούρη τους η ξινή, η άνετη, η αυθεντική, η φανερή. Τώρα είναι φοβισμένοι, λένε -όπως κι εσύ, όπως κι εγώ-, ότι υπάρχουν πολλά θετικά σε αυτή την ιστορία, ότι βρίσκουν κι εκείνοι τώρα τα λόγια που εκείνο το βράδυ ίσως δεν είχαν τολμήσει να πουν στους διπλανούς τους. 

Τολμούσαν όμως να φτερνιστούν μπροστά τους, τολμούσαν να πιούν από το ίδιο ποτήρι και να δοκιμάσουν από το πιάτο που ήταν στη μέση, όπως κι εμείς -ναι- τρώγαμε από το ίδιο πιάτο. Και μου κρατούσες στο χέρι και ήθελα να σε φιλήσω,
 και να σου πω "ευχαριστώ που είσαι εδώ". 

Δεν το έκανα ποτέ, 
συγνώμη. 


*The Lovers II, 1928 by Rene Magritte


Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020

Καθαρός αέρας


Οδηγούσε ακούγοντας ένα τραγούδι της Εντίθ Πιαφ -παραδόξως ένας σταθμός της πρωτεύουσας έπιανε σήμα μέχρι εκείνα τα μέρη. Φτάνοντας στο χωριό, κατευθύνθηκε προς το κέντρο υγείας -ο γιατρός κοιμόταν, αν δεν ήταν πολύ σοβαρή η κατάσταση, της πρότεινε να ξαναπεράσει το απόγευμα για να ξεκουραστεί λίγο. Όχι, δεν ήταν κάτι σοβαρό. Μια μικρή αδιαθεσία που προέκυψε στον δρόμο. Ο σταθμός τώρα έπαιζε κάποιο σύγχρονο λαϊκό. Η γιαγιά την περίμενε στην πόρτα, φορώντας μαύρο παντελόνι και μπεζ μπλούζα, πάντα διαφορετική από τις άλλες γιαγιάδες του χωριού, όλες με φούστες μακριές, μαυροφορεμένες συνήθως. Εκείνη όχι. Έπιασε την κουβέντα σαν να είχε να μιλήσει μέρες -και δεν αποκλείεται, αν υπολογίσει κανείς ότι η καλύτερη παρέα της τα τελευταία χρόνια ήταν ο κήπος και τα λαχανικά της.

Βγήκε για τρέξιμο, κρατώντας το κινητό στο χέρι, με το spotify να παίζει r' n' b και στη διαδρομή τους χωριανούς να την κοιτάνε από τους κήπους τα μπαλκόνια ή τα αυτοκίνητα. "Τίνος είσαι εσύ;", θα την ρωτούσαν αν δεν έτρεχε χωρίς να κοιτάει δεξιά και αριστερά. Στη διαδρομή πέρασε από το σπίτι μιας φιλικής οικογενείας που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά. Τώρα όλοι τους έχουν έρθει στην πρωτεύουσα, είχαν κάνει οικογένειες ή κυνηγούσαν καριέρες. Μετά το τέλος της διαδρομής έβγαλε δυο φωτογραφίες για το Instagram, το ποτάμι και τον πλάτανο, και μία σελφι στο φινάλε των 10χλμ.

"Όταν τα μωρά ήταν νεογέννητα τα σκέπαζαν με μαύρες μαντίλες, έκοβαν από δέντρα μια βέργα από αυτές που δεν σπάνε και κάνανε καμάρα, ώστε να μη φεύγει η μαντίλα- τα είχαν στα σκοτεινά, μέρα και νύχτα. Και τα βγάζανε μόνο για να βυζαίνουν. Της έλεγα της μάνας μου, ξεσκέπασέ το να το δω! Εγώ δεν το έκανα ποτέ όταν έγινα μάνα. Δεν μ’ άρεσαν αυτά». Η γιαγιά έλεγε ιστορίες κι εκείνη την άκουγε. Της θύμιζε πόσο διαφορετική είναι η ζωή, ποια νοήματα την ορίζουν και ποιες στιγμές είναι ευλογημένες και όχι δεδομένες. Έλεγε ακόμη για τα κουτσομπολιά του χωριού, στα οποία έμενε αμέτοχη, αποστασιοποιημένη, στα μάτια των άλλων, ίσως απόμακρη. 

Κοίταξε τα εισερχόμενα μηνύματα. Τίποτα. Πουθενά, ούτε στο messenger, ούτε στο Whats App, ούτε στο instagram. Λίγες μέρες πριν από το ταξίδι, είχε βγει με έναν γοητευτικό τύπο, είχε εκδηλωθεί ένα φλερτ, θα μπορούσες να το πεις και ενδιαφέρον, αλλά όχι, το ενδιαφέρον δεν φαινόταν τόσο εύκολα. Έπρεπε να κλείσεις τα δεδομένα σου και να περάσεις χρόνο μαζί και κανείς δεν είχε χρόνο. Τι αστείο. Δεν ήταν εποχές για χρόνο, αλλά για μηνύματα και σέλφις, για φλερτ στο σόσιαλ μίντια, για ραντεβού του πεντάλεπτου, για σεξ του τώρα ή ποτέ. Πού χρόνος για κουβέντες και επαφή; Κι όμως εδώ οι μέρες ήταν μεγάλες και πλούσιες και η επαφή έντονη, με τα πάντα: με την πέτρα, με το νερό του ποταμού, με τις μέλισσες, τους χωριανούς, με την κυρία στον φούρνο ή στο μίνι μάρκετ που έπαιρνε καφέ και ζάχαρη για τη γιαγιά. Είχε χρόνο να παρατηρήσει την πεταλούδα, τη γάτα, τα μανιτάρια στην πεζοπορία, τα αστέρια το βράδυ, που ήταν πολλά. Πάρα πολλά. Και στην πόλη προσπαθούσε να δίνει χρόνο στα «μικρά», στον ήλιο και στο χαμόγελο, αλλά η κίνηση, η συνήθεια, η καθημερινότητα, η αφηρημάδα των σόσιαλ μίντια, δεν της επέτρεπαν να χαρεί όσο ήθελε την κάθε στιγμή.



Κι εκείνος ήταν παιδί της εποχής του, καλομαθημένος, γόης, παιχνιδιάρης και ανασφαλής, που δεν είχε περισσότερο χρόνο να αφιερώσει από όσο θα απαιτούσε μια συνάντηση στο σπίτι του. Δεν πήγε στο σπίτι του, όχι από σεμνοτυφία, αλλά γιατί δεν ήταν βολικό, θα την ξεβόλευε αρκετά και είχε αποφασίσει να ακολουθεί τα αβίαστα -κι αυτά, όχι χωρίς σκέψη. Πόσα βράδια, πόσες βεβιασμένες οικειότητες, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέχασε γρήγορα και το όνομά τους, γιατί δεν εκβιάζεται ούτε καν με τη σωματική επαφή η ουσία και το ενδιαφέρον, ο χρόνος, η οικειότητα. Έτσι την επόμενη μέρα μπορεί να τσακωνόταν με τον μέχρι χτες ερωτευμένο μαζί της, γιατί η βεβιασμένη οικειότητα τον έκανε να της πει «ρε μαλακα!» αντί καλημέρας. Σε άλλη περίπτωση, έπιανε τον εαυτό της να παρηγορεί έναν άντρα που γνώριζε μόλις δύο εβδομάδες, γιατί παράλληλα με το ενδιαφέρον του για εκείνη, είχε να ξεπεράσει ένα διαζύγιο κι ένα παιδί που πλέον δεν ήταν στην καθημερινότητά του όπως πριν. Άλλος, μόλις είδε ότι είναι πολυάσχολη της είπε "Δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ, λυπάμαι". Άλλος ζητούσε ραντεβού κάθε 15 μέρες, χωρίς ξεκάθαρες προθέσεις, φιλικές ή ερωτικές, μέχρι που παρέλυσε κάθε όρεξη και από πλευράς της και εξαφανίστηκε προτού πεθάνουν από πλήξη και οι δύο. Φλερτ που δεν οδηγούσαν πουθενά, βραδιές με ματιές και ανταλλαγή ίνσταγκραμ, αλκοόλ και τσιγάρο, βλέμματα εντυπωσιασμού, τύπου "τι κορίτσι είσαι εσύ", που κρατούσαν σαν τα μάγια της σταχτοπούτας και είχαν λυθεί την επόμενη μέρα.

Ο θείος της είπε σήμερα «ξέρεις κανέναν που να ευτύχησε στον γάμο του, και μάλιστα χιουμοριστικά ρώτησε τρεις τέσσερις συγχωριανούς του, που ήταν εκείνη την ώρα στο καφενείο κι έπαιζαν τάβλι. Α ναι, μόνο οι άντρες κυκλοφορούσαν στα καφενεία και στις ταβέρνες, τις κοίταζαν σαν κάτι εξωπραγματικό, κεφάλια που γυρίζανε ταυτόχρονα και χωρίς τακτ κάθε φορά που έμπαιναν μέσα -σε αυτές τις επισκέψεις τους δυο φορές τον χρόνο στο χωριό. Τις γυναίκες τις έβλεπες μόνο σε δουλειές νοικοκυριού ή να νανουρίζουν τα μωρά στα καρότσια τους. Η κυρία Χαρά έλεγε πως όλες τους ήταν αδύνατες στα νιάτα τους, από τις δουλειές και από τα πήγαινε-έλα, φορτωμένες είτε με νερό απ' την πηγή είτε με ρούχα πλυμένα. Κι εκείνη μαύρα φορούσε και φαινόταν χρόνια μεγαλύτερη από την ηλικία της, οι ρυτίδες είχαν χαραχτεί βαθιά σε όλο της το πρόσωπο. Όσο χρόνο είχες να παρατηρήσεις τις πεταλούδες, άλλο τόσο χρόνο είχες να παρακολουθήσεις κάθε γραμμή στα πρόσωπα των ανθρώπων, κάθε κίνηση ενώ κόβανε τα λαχανικά τους, κάθε βλέμμα περαστικού για τον οποίο ήσουν η "ξένη", αλλά και κάθε αυθόρμητη κουβέντα, χωρίς σκέψεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις, από τον καθαρό εαυτό τους, χωρίς κοινωνικό προφίλ και καθωσπρεπισμό. Παρατηρούσε τη γιαγιά της, που έχοντας περάσει τα 85 της χρόνια, διατηρούσε τον δυναμισμό της, αποφάσιζε για τον εαυτό της, έκανε αυτά που την ευχαριστούσαν, μοντέρνα για την εποχή της, τι κι αν σχολίαζαν οι άλλοι; 

Άφησε το κινητό στην άκρη. Μα ακόμη περισσότερο, τις προσδοκίες που αυτό δημιουργούσε. Τις προσδοκίες επιβεβαίωσης, αποδοχής, δήθεν μοιράσματος (μεταξύ αγνώστων), της διεκδίκησης μιας προσοχής που στην πραγματική ζωή είχε λιγότερη ανάγκη, ή σίγουρα ελάχιστη, από ελάχιστους. Αυτή η προσοχή από όλους, το "μου αρέσει" που όσο πιο συχνά και πολλάκις "ειπωμένο", τόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση έδινε, το άφησε στην άκρη. Δεν το χρειαζόταν. Δεν χρειαζόταν να αποτυπώσει μέσα από εικόνες και βίντεο ποια είναι και πώς περνάει, τι σκέφτεται ή πόσο δυναμική ή βαρετή είναι. Ακόμη κι αυτό το φλερτ των προηγούμενων ημερών, όπως και κάθε φλερτ και γνωριμία που την έβαλε σε σκέψεις τον τελευταίο καιρό, ίσως αποκομμένα πλήρως από τον κόσμο της τεχνολογίας, ίσως, να ήταν ένα άλλο φλερτ, μια άλλη γνωριμία. Πώς θα λειτουργούσαν, άραγε, εκεί, στη φύση, οι δυο τους, πόσα πράγματα θα είχαν να μοιραστούν; Θα απολάμβαναν την ελευθερία του βουνού, το πράσινο του λιβαδιού, τους ήχους μιας αγνής μέρας; Θα μπορούσαν να συζητήσουν χωρίς τις οθόνες μπροστά τους και ανάμεσά τους; Ή θα πνίγονταν, γιατί δεν θα ανέπνεαν καν τον ίδιο καθαρό αέρα;

Χρειαζόταν καθαρό αέρα.   

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Ζωάρα ή τίποτα



Η γυναίκα, η γυναικάρα, το ταξίδι, η ταξιδάρα, η μαγαζάρα, η φαγητάρα, η παραστασάρα, η ζωάρα. Όλα στον υπερθετικό βαθμό, στη μεγέθυνσή τους, πιο μεγάλα από ότι είναι, πιο ωραία, πιο άξια σχολιασμού. (Για την αγάπη άραγε γιατι δεν υπάρχει αυτή η μεγέθυνση; Όχι αγαπάρα, αλλά αγαπούλα, όχι αγαπάρα αλλά αγαπάκι. Εκεί πάντα πιο συγκρατημένοι οι άνθρωποι στα λόγια- πόσο μάλλον στις πράξεις). Και η ζωάρα, η αγαπημένη της πλειοψηφίας λέξη από τις παραπάνω, συνήθως ως επισήμανση όμως, της σπουδαίας ζωής των άλλων. Της αξιοζήλευτης ζωής. Της ζωής των social media. Ποια ειναι αυτή η ζωάρα, αλήθεια; 

Ζωάρα ειναι να ξεκινάς τη μέρα σου χαρούμενος και με τον αγαπημένο σου δίπλα σου, 
να τρως καρπούζι το μεσημέρι στο μπαλκόνι ή μακαρόνια με κιμά της μαμάς στο πατρικό σου,
να κολυμπάς σε μια θάλασσα που νιώθεις όλη δική σου, ή απλά να βλέπεις τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα, 
Ζωάρα ειναι να περνάς χρόνο με τους φίλους σου (και όχι να «βλέπεστε» στα σοσιαλ μίντια και να συναντιέστε μία στο τόσο για να σχολιάσει ο ένας «σε βλέπω, ζωάρα κάνεις»). 
Ζώαρα ειναι να έχεις χόμπι και να τα εξασκείς συχνά, να αγαπιέσαι, να έχεις στέκια, να σε καλοδέχονται, να γελάς, να διαβάζεις, να μετράς εμπειρίες που σου ανοίγουν το μυαλό και την καρδια, 
ζωάρα ειναι να δουλεύεις με φίλους, να σου αρέσει η δουλειά σου, να μπορείς να κάνεις υπερωρίες χωρίς να υποφέρεις.
Ζωάρα ειναι να περνάς το Σαββατοκύριακο εκεί που νιώθεις σπιτι σου.

Ζωάρα ειναι να μετράς αγκαλιές, ζεστασιά. 
Να γελάς μέχρι δακρύων με τα αδέρφια σου επειδή θυμηθήκατε μια ιστορία από το παρελθόν σας που μόνο εσεις ξέρετε και καταλαβαινετε. 
Ζώαρα είναι αυτό που για σένα ή για μένα ή για εκείνον ή εκείνη αντιπροσωπεύει τη χαρά τους. Αυτό που μας ολοκληρώνει, μας ισορροπεί, μας γαληνεύει ή μας ξεσηκώνει, μας συγκινεί, μας κάνει να κοιμόμαστε καλά το βράδυ. 
Ζωάρα είναι επιλογή. Επιλογή αυτή τη μια ζωή που μας ήρθε, σε αυτό τον ατελή μα τόσο ωραίο κόσμο να τη ζήσουμε σε «μεγεθυντικό» βαθμό -να κάνουμε τη ζωή...ζωάρα. Για μένα μπορεί να σημαίνει να ζω κάθε στιγμή και να κάνω εκατό πράγματα μέσα σε μια ημέρα που χωράει τα μισά, για σένα μπορεί να είναι ο μεσημεριανός ύπνος και το άραγμα στο netflix. Κι εγώ ζωάρα, κι εσύ ζωάρα, αν αυτό πραγματικά θες.

Δεν είναι τα μαγιό που φοράμε, δεν είναι οι πόζες και οι πισίνες, δεν ειναι τα ποστ στο ίνσταγκραμ που δείχνουν ένα κομμάτι μας μόνο, δεν είναι το τσάμπα, δεν είναι η ύλη, δεν είναι το πορτοφόλι μας. Και σίγουρα δεν είναι να παρατηρούμε τις ζωές των άλλων και να τους επισημαίνουμε σε κάθε ευκαιρία «τι ζωάρα κάνουν», λες και είναι κάτι περίεργο- λες και δεν οφείλουμε όλοι να κάνουμε ζωάρα, λες και δεν ειναι σχεδόν υποχρέωσή μας, μιας και ΜΙΑ την εχουμε. 

Εκτός κι αν βρε παιδιά, εσείς που το λέτε και το ξαναλέτε, ξέρετε κάτι παραπάνω περί αυτού -πείτε το και σε εμάς να χαλαρώσουμε. Μήπως δεύτερη ζωή έχει; 

(Από σήμερα θα βάλω στο λεξιλόγιο μου τη λέξη «αγαπάρα». Στέλνω Αγαπάρες προς όλους και καλό υπόλοιπο καλοκαιριού)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Guest blogger series: Η αφιέρωση by nenimentz



Είναι η πρώτη φορά που γράφω κάτι έτσι δημόσια ως άποψη ή ως homage για κάποιο πρόσωπο και μου μοιάζει κάπως περίεργο, όμως είναι πολύ μεγάλη η ορμή που με οδήγησε εδώ για να την προσπεράσω.
Θα ξεκινήσω φανερώνοντας την μεγάλη μου λατρεία στο γυναικείο φύλο, τον θαυμασμό μου στις γυναίκες και την τεράστια ανάγκη μου να τις εξυψώσω μέσα από την ιστορία, την πορεία, την ενέργεια μιας πολύ αγαπημένης μου φίλης εικοσαετίας, και αυτό γιατί είναι θαυμαστή στα μάτια μου και σπάνια.
Τρέφω τεράστια εκτίμηση και με ελκύουν οι άνθρωποι -και δη οι γυναίκες- που μάχονται για να καλυτερεύσουν τον κόσμο τους και εκείνον γύρω τους χωρίς να βροντοφωνάζουν, χωρίς να έχουν την αδυσώπητη ανάγκη της διαρκούς επιβεβαίωσης, που μέσα στην εποχή της εικόνας και του απόλυτου βομβαρδισμού μας από αυτήν, εκείνοι επιλέγουν να εισχωρήσουν στην εποχή με μια οξύνοια που τους παρέχει το προνόμιο να μην γίνονται θύματά της. Και αυτό γιατί διατηρούν μια ταπεινότητα, μια πίστη σε ουσιώδη στοιχεία, μια στωικότητα και ταυτόχρονα μια δύναμη εσωτερική που δεν γίνεται έρμαιο των διαρκώς εναλλασσόμενων προτύπων ή της μεγάλης ανασφάλειάς μας για επιβεβαίωση σε καθημερινή βάση και σε όλους τους τομείς.
Και δεν θα μιλήσω για τις γυναίκες-θύματα μιας δύσκολης, παρανοϊκής κατάστασης, που a priori είναι αξιοθαύμαστες, αλλά για εμάς τις υπόλοιπες που όσο κι αν θεωρούμε τους εαυτούς μας μαχητές, στο τέλος υποκείμεθα στα ίδια ακριβώς πρότυπα που απορρίπτουμε.
Η Λ* μας ευτυχώς δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία.
Χωρίς να στρέφει την προσοχή επάνω της, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να υποκινεί εντάσεις, χωρίς να εκμεταλλεύεται τους γύρω της, χωρίς να υψώνει την φωνή της, χωρίς να προκαλεί, χωρίς να θέλει όλα να περιστρέφονται γύρω της, με την μεγάλη της καρδιά, με την αστείρευτη υπομονή της, με την αδήριτη ανάγκη της για γνώση, για εξέλιξη, για αυτοβελτίωση, μας δίνει μαθήματα ύπαρξης, ουσιαστικής ύπαρξης. Εμείς οι «τολμηροί» και loud δεν πιάνουμε μία μπροστά της, όταν τολμάει και πιστεύει στις δυνάμεις της και τα καταφέρνει. Εμείς οι «ισχυροί» δεν πιάνουμε μία μπροστά της όταν λυγίζουμε και εκείνη μας δικαιολογεί και μας χωράει και χωράει και αυτούς που μας πλήγωσαν ακόμα ή μας φέρθηκαν σκάρτα. Και συγχωρεί και εκείνους που την ίδια την κακομεταχειρίστηκαν και αδιαφορεί για την κακία και σνομπάρει την δημοσιότητα που όλοι λαχταράμε και την αναγνώριση, παρά μόνο εάν προέρχεται από την ικανότητα και την δουλειά. Αυτή η κοπέλα, η φίλη μας (η μαμά ή ίσως η γιαγιά μας) κουβαλάει μια αληθινή σοφία που είναι δυσεύρετη πλέον και τόσο ντελικάτη που μονάχα να την χαζέψεις μπορείς.
Είναι θηλυκό γνήσιο που δεν μεταχειρίζεται την φύση του για να επιτύχει τους στόχους της, που σιωπηλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς «κοιτάξτε με» και λοιπές ανάγκες προβολής, πορεύεται με τέτοια τρομερή ψυχική δύναμη που συγκινεί.
Ο άνθρωπος που δεν σου παραπονέθηκε ποτέ γιατί πάντα φροντίζει να φωτίσει εσένα και τις ανάγκες σου και τους φόβους και τις ανησυχίες σου και να αφήσει στην άκρη τα δικά του μικρά ή μεγάλα ζητήματα, που χαίρεται μαζί σου, σε στηρίζει στα καλύτερά σου και σε στέργει με καλοσυνάτη αυστηρότητα στα στραβά σου, που σε μαλώνει χωρίς ποτέ να γίνεται επικριτικός και πάντα σκέφτεται διπλά και τριπλά μην τυχόν άφησε έστω και την παραμικρή υπόνοια που μπορεί να σε πλήγωσε ή να σε τραυμάτισε, μάλλον (ή τουλάχιστον στα μάτια μου) είναι σπουδαίος.

Και για εμένα η Λ* είναι ένας τέτοιος άνθρωπος που με τιμά με την φιλία του και τυχαίνει να είναι και γυναίκα.

Γυναίκα σαν αυτές που ελάχιστες μπορεί να γνωρίζουμε.
Έι λοιπόν Λ* είμαστε proud for you!!