Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

(Δεν) Είμαι τα Insta-Stories μου


Σε βλέπω χαμογελαστό με φόντο ένα ηλιοβασίλεμα. Σε βλέπω μελαγχολικό μπροστά σε μία ξύλινη πράσινη πόρτα, ή σε βλέπω γελάς με την παρέα σου φορώντας τα μαγιό σας. Σε βλέπω να χαϊδεύεις μια ξαπλωμένη γάτα, να πίνεις ένα πράσινο κοκτέιλ που δεν έχω ξαναδεί, να κάνεις πατίνια ή να τρέχεις στο πάρκο. Σε βλέπω πότε ασπρόμαυρο, πότε χρωματιστό, πότε από κοντά, πότε από μακριά, πότε την πλάτη σου και πότε τους κοιλιακούς σου, πότε το βλέμμα σου αυστηρό, πότε γλυκό, πότε αστείο. Ξέρω  τι δουλειά κάνεις, ξέρω πού βρίσκεσαι τελευταία, αν έχεις ταξιδέψει κάπου ή τι βιβλίο διαβάζεις. Μπορώ να αντιληφθώ τη μουσική που σε συντροφεύει, καταλαβαίνω ποιοι είναι οι κολλητοί σου, πόσα μαγιό έχεις ή αν φοράς αστείες σαγιονάρες. Α, ξέρω και τα αποφθέγματα με τα οποία ταυτίζεσαι, μέσα από αυτά μαντεύω αν είσαι χαρούμενος ή θυμωμένος, αν απογοητεύτηκες τελευταία ή αν βρίσκεις φοβερά άβολο το να συναντάς παλιούς συμμαθητές σου και να μην έχεις τίποτα να πεις μαζί τους. Καταλαβαίνω, επίσης, αν είσαι μόνος ή όχι στην προσωπική σου ζωή, και πώς αυτό μεταφράζεται σε ποτά με τους φίλους ή σε ρομαντικές φωτογραφίες με το αντικείμενο του πόθου να κοιτάζεστε στα μάτια ή να τσουγκρίζετε τα ποτήρια με το κρασί σας. 

Στην πραγματικότητα δεν σε ξέρω.   

Δεν ξέρω αν είσαι ρομαντικός και σου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα, αν κρυφά ζωγραφίζεις ηλιοβασιλέματα τα βράδια, ή αν απλά είναι ωραίο να ποζάρεις με φόντο ένα τέτοιο, δηλώνοντας χαρούμενος που ζεις το ελληνικό καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν είσαι μελαγχολικός ή αν απλά σου πάει αυτό το προφίλ στις φωτογραφίες. Αν σου άρεσε πραγματικά αυτή η πράσινη ξύλινη πόρτα, αν είναι όνειρό ζωής σου να αποκτήσεις ένα σπίτι στις Κυκλάδες ή αν απλά ήθελες να δημοσιεύσεις μία φωτογραφία εκείνη τη στιγμή για να τη δει κάποιος άλλος. Δεν ξέρω καν αν είσαι φιλόζωος, αν ταΐζεις τις γάτες στον δρόμο ή αν απλά θες να τις φωτογραφίζεις, γιατί έτσι. Δεν ξέρω πώς είναι η φωνή σου, πώς είναι το άγγιγμά σου και πώς γελάς -με τι γελάς;-, δεν ξέρω αν το αυστηρό σου βλέμμα σημαίνει ότι είσαι ένας αυστηρός τύπος που παίρνει τη ζωή του πολύ στα σοβαρά ή αυτοσαρκάζεται. Έχεις χιούμορ; Είσαι στ' αλήθεια ευαίσθητος; Τι αγαπάς πραγματικά, πίσω από όλα αυτά τα #love και τα #αγαπώ που απευθύνονται πότε σε τοπία, πότε σε κάποιον περίεργο τύπο που είδες στον δρόμο ή στην παραλία, πότε σε ένα σκυλάκι αγνώστου στο οποίο αφιέρωσες τυχαία μερικά λεπτά. Πώς είσαι όταν συναναστρέφεσαι άλλους; Σ' αρέσει να γνωρίζεις ανθρώπους και να τους μιλάς; Να δημιουργείς δεσμούς, όπως η "αλεπού" και ο "μικρός πρίγκιπας"; Τι σε συγκινεί; Κι αν ονειρεύεσαι να φτιάξεις μια φάρμα και να μεγαλώνεις την οικογένειά σου σαν "το μικρό σπίτι στο λιβάδι", πώς μεταφράζεται αυτό φωτογραφικά; 

Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν σε ξέρω και δεν με ξέρεις. Δεν μπήκα στη διαδικασία να σε μάθω ούτε εσύ να μάθεις εμένα. Έβγαλα τα συμπεράσματά μου, μέσα από αυτά που έδειξες σε μένα και σε όλους τους άλλους φωτογραφικά ή βιντεοσκοπημένα. Νιώθω πως σε ξέρω, όπως κι εσύ, μέσα από το κοινωνικό προφίλ σου, όπως αντιλαμβανόμαστε για κάποιον που μόλις γνωρίσαμε αν είναι πχ. ευγενής ή αν μιλάει πολύ, ή όχι. Τίποτα άλλο. Προσπέρασα την αύρα σου, την ενέργειά σου, τις σκέψεις σου, τις ομορφιές ή τις ευαισθησίες σου που δεν απαθανατίζονται και δεν καταγράφονται. Προσπέρασα το χαμόγελό σου και τις παραξενιές σου, δεν σε αντιμετωπίζω σαν έναν άνθρωπο λευκό χαρτί, μπορεί να είσαι ένας ινφλουένσερ ή ένας ακόμη μέσα στους δεκάδες που βλέπω καθημερινά και μετά από μερικά δευτερόλεπτα ξεχνάω. Είσαι μία αλεπού ανάμεσα σε όλες, δεν σε εξημέρωσα, δεν με εξημέρωσες, δεν δημιουργήσαμε δεσμούς. 

Και λυπάμαι που επειδή βλέπουμε ο ένας τον άλλο μέσα από το κινητό μας, να βγαίνουμε ή να διασκεδάζουμε, να χορεύουμε, να είμαστε κοινωνικοί και πλούσιοι σε φίλους, συμπεραίνουμε ότι κανείς μας δεν έχει ανάγκη από άλλους "φίλους" ή δεσμούς. Λυπάμαι που δεν υπάρχει λέξη που να αποτυπώνει το διαδικτυακό φλερτ -γιατί δεν είναι φλερτ αυτή η ανταλλαγή μηνυμάτων που ούτε στα 15 μας απολαμβάναμε, λυπάμαι που η αλήθεια μας εξαντλείται σε συνομιλίες που ξεκινούν με αφορμή ένα Insta-Story που ανεβάσαμε. Λυπάμαι που δεν σε ρώτησα αν στ' αλήθεια σ΄αρέσουν οι γάτες και τα ηλιοβασιλέματα, τι βρίσκεις πραγματικά ξεκαρδιστικό και ποια παραξενιά σου (δεν) θες να αποβάλλεις. Λυπάμαι που δεν συστηθήκαμε κανονικά, παραδοσιακά, ξεπερασμένα ίσως, με μια χειραψία, να ακούσεις πώς προφέρω το όνομά μου, κι εγώ πώς σε φωνάζουν πέρα από το κωδικοποιημένο σου όνομα στα social media. Κι αν είσαι ο άγνωστος Χ, για τον οποίο πάντα υπάρχει χώρος σε μια καθημερινότητα "γεμάτη" δράση, όπως προδίδουν οι φωτογραφίες μου, λυπάμαι που δεν στον έδωσα. 

ΥΓ: Προς εκείνους που δεν γνώρισα όπως πραγματικά είναι, ενώ θα ήθελα, απολογούμαι. Προς εκείνους που νόμιζαν με τη σειρά τους πως με ξέρουν, επειδή "ακολουθούμε" ο ένας τον άλλο στα social media, εγώ ξέρω ότι δεν είσαι το λάικ σου, ούτε το ίνστα-στόρι σου, ούτε ο άσπρος τοίχος από τον οποίο μας χαιρετάς σήμερα. Ούτε κι εγώ είμαι. 

Πάμε να δούμε το ηλιοβασίλεμα τώρα; 

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Το μανιφέστο του σωστού θεατή


Από τότε που ήμουν πολύ μικρή, η μητέρα μου με μύησε -μαζί με τις αδερφές μου- σε όλα τα είδη της Τέχνης. Όχι μόνο μας παρότρυνε και μας στήριζε να ασχοληθούμε με ό,τι θέλουμε -μουσική, χορό, κατασκευές, διάβασμα, γράψιμο, ζωγραφική-, αλλά και να τα γνωρίσουμε ως θεατές. Θεατρικές παραστάσεις, κινηματογράφος, μπαλέτα, παρουσιάσεις βιβλίων, εκθέσεις, λυρική σκηνή, Ξένια Καλογεροπούλου, Κάρμεν Ρουγγέρη. Χώροι και πρόσωπα που συνάντησα πολύ νωρίς και εκτός από την αγάπη για την Τέχνη και τους ανθρώπους της, που στα μάτια μου φάνταζαν ως υπερφυσικά ταλαντούχα όντα, μου δίδαξαν και το μανιφέστο του "σωστού" θεατή: Δεν μιλάμε στη διάρκεια της παράστασης, δεν προσβάλλουμε τους καλλιτέχνες που δίνουν την ψυχή τους εκεί πάνω, επιβραβεύουμε αυτό που μας αρέσει με ευγένεια και ειλικρίνεια, κι αν κάτι δεν μας αρέσει ή δεν μας αγγίζει βαθιά, διατηρούμε τον σεβασμό και τη θετική αύρα που έτσι και αλλιώς αφήνει μια ψυχαγωγική έξοδος.

Ο σωστός αυτός θεατής μέσα μου εξελίχθηκε ακόμη περισσότερο και απέκτησε μεγαλύτερο σεβασμό για την Τέχνη όταν συνδυάστηκε -μεγαλώνοντας- με τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα και αρχίζοντας πια να γνωρίζω και προσωπικά τους ανθρώπους που ήταν επάνω στην εκάστοτε σκηνή. Στο μανιφέστο του σωστού θεατή προστέθηκε το "κλείνουμε τα κινητά μας τηλέφωνα", συγχαίρουμε τους πρωταγωνιστές για τη δουλειά και τον κόπο τους, δεν αποχωρούμε ποτέ πριν από το φινάλε, παρακολουθούμε με ανοιχτό μυαλό και καρδιά αλλά δεν υποκρινόμαστε με υπερβολικά σχόλια αν το αποτέλεσμα δεν μίλησε μέσα μας. Εξάλλου, δεν βλέπουμε όλοι όλα τα θεάματα με τον ίδιο τρόπο, ούτε όλες οι ιστορίες μας συγκινούν όλους εξίσου. Είχα φτάσει στο σημείο ως... σωστός θεατής να στεναχωριέμαι όποτε βρισκόμουν σε παράσταση με λιγοστό κοινό, να αισθάνομαι άβολα εκ μέρους των συντελεστών που η προσπάθειά τους -είτε λόγω της κρίσης, είτε του υπερβολικού αριθμού των θεαμάτων στην Αθήνα- δεν έβρισκε την αναμενόμενη ανταπόκριση. 

 
Το παραδέχομαι, αυτά τα υπερφυσικά ταλαντούχα όντα σίγουρα απομυθοποιήθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Ή τουλάχιστον αρκετά από αυτά. Γιατί ήταν μεν ταλαντούχα, αλλά δεν ήταν υπερφυσικά. Άνθρωποι όπως όλοι μας, με τις καλές ή τις κακές τους ημέρες, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες τους. Δεν ήταν υπερφυσικά όντα που όλο τους το "είναι" εξυπηρετούσε την Τέχνη, ούτε το "ποιώ ήθος" όριζε την προσωπικότητά τους, ούτε επειδή ερμήνευαν υπέροχα όλα αυτά τα σπουδαία κείμενα σήμαινε ότι ζούσαν τους προβληματισμούς ή τις αγωνίες που μας διαπερνούσαν μέσω των ηρώων τους. Ήταν και είναι άνθρωποι που πριν ή μετά το πέρας μιας παράστασης μιλούν για/με τους "δαίμονές" τους, φλερτάρουν με το "εγώ" τους, θυμώνουν, ζουν, γελούν ή αναζητούν ακόμη την αποδοχή και την επιβεβαίωση. Ανθρώπινα, αναμενόμενα.

 
Κάποιοι μετά από συνέντευξή μας τηλεφωνούσαν για να απαιτήσουν να κυκλοφορήσει την ημερομηνία που ήθελαν, και όχι μία εβδομάδα μετά, κι ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι ας είχαν γίνει οι προγραμματισμοί των τευχών καιρό πριν. Ή έστελναν μήνυμα ζητώντας να τους σταλεί σε μέιλ το θέμα γιατί δεν σκόπευαν να αγοράσουν το περιοδικό που τους φιλοξένησε. Συναντήσεις και συνομιλίες με σύντομη διάρκεια και ένα αιωρούμενο "εις το επανειδείν", τις περισσότερες φορές χωρίς καν ένα "ευχαριστώ" για την συνεργασία. Κάποιους τους συναντάς κοινωνικά σε μια έξοδο ή ένα μπαρ, ίσως παριστάνουν ότι δεν σε αναγνωρίζουν ή σε χαιρετούν πότε τυπικά και πότε με εγκαρδιότητα, κι εσύ προσπαθείς να αποκωδικωποιήσεις το σύμπαν τους. Ή τους παρατηρείς να αναλώνονται σε συμπεριφορές που στο παιδικό κάποτε μυαλό σου δεν ταίριαζαν με τους καλλιτέχνες, όχι αυτοί δεν θα το έκαναν ποτέ αυτό, αυτοί έχουν ένα τεράστιο ταλέντο, μια παιδεία και μια καλλιέργεια που δεν συνάδει με αυτές. Με αγένεια; Με ύβρη; Ακόμη και με χειροδικία; Ποιος υποκρίνεται στη σκηνή και ποιος εκτός; Ποιος μιλάει για Τέχνη και προσφορά και ποιος το εννοεί και το πράττει; Το ενήλικο προ πολλού μυαλό μου μπερδεύεται, αλλά παραμένει ρομαντικό. Ευγενικό. Υποστηρικτικό. Φιλότεχνο. 
 
 
Γιατί υπάρχουν αυτοί που διατηρούν ακόμη τον μύθο τους στο μυαλό μου, που εξακολουθώ να τους παρακολουθώ με ανυπομονησία και αγάπη, να συγκινούμαι με τις δουλειές τους και την εντιμότητα με την οποία τις προσεγγίζουν, αυτοί που χαμογελούν εγκάρδια, που ανοίγουν με τη σειρά τους την καρδιά τους σε σένα, τον θεατή και μπορεί να σου εξιστορήσουν από το πιο απλό περιστατικό που τους έτυχε την προηγουμένη, μέχρι τη ζωή τους ολόκληρη. Αυτοί που κάθε τους κουβέντα είναι κι ένα μάθημα. Αυτοί που χαίρομαι να συναντώ τυχαία στο Παγκράτι με τη σακούλα του σούπερ μάρκετ στο χέρι και που παρόλα αυτά διατηρούν ακόμη στα μάτια μου κάτι το απόκοσμο, το πραγματικά καλλιτεχνικό.

 
Ώσπου γκρεμίστηκε το μανιφέστο του καλού θεατή που χρόνια πίστευα πως υποστήριζα. Γιατί βρέθηκαν άνθρωποι της Τέχνης που μου είπαν ευθέως πως δεν ορίζουμε εμείς, αλλά εκείνοι τον σωστό θεατή. Κι αυτός έχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά απέναντί τους -αυτή που περιμένουν, που επιθυμούν, που αρμόζει στο ταλέντο τους και την παράστασή τους, έτσι όπως εκείνοι τα βιώνουν. Αν είσαι καλεσμένος ως δημοσιογράφος και κάθεσαι σε μπροστινή σειρά οφείλεις καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης να αποδεικνύεις έμπρακτα πόσο πολύ την απολαμβάνεις -αν είναι κωμωδία, να γελάς όσο πιο πολύ και δυνατά μπορείς, κι αν είναι δράμα, να κλαις με λυγμούς. Δεν έχει σημασία πώς αισθάνεσαι και πώς βιώνεις την παράσταση, δεν έχει σημασία αν για σένα έστω και λίγο να γελάσεις είναι κάθαρση γιατί είχες μια πολύ δυσάρεστη μέρα, αρκεί να τους τονώνεις τη ματαιοδοξία και να δίνεις με τη σειρά σου μια παράσταση ως θεατής, γιατί κι εσύ κρίνεσαι από αυτούς. Ναι, κρίνεσαι, τι νόμιζες; Δεν αρκεί να παρακολουθήσεις με σεβασμό ένα θέαμα -που όπως μας έχουν μάθει έχει δημιουργηθεί για να σε ψυχαγωγήσει, να επικοινωνήσει μαζί σου, όχι για να δώσει επιβεβαιώση σε αυτούς που το φτιάχνουν ότι είναι πολύ καλοί. Κι όμως, αν δεν εκφράζεσαι όπως θέλουν, αν δεν γελάς δυνατά και διαρκώς, τότε δεν θα έπρεπε να κάθεσαι σε μπροστινή σειρά, αλλά πιο πίσω. Μπροστά κάθονται οι θεατές που εκφράζονται -θετικά- προς τους πρωταγωνιστές. Κι αν πας να τους συγχαρείς στο φινάλε για τη δουλειά τους, μπορούν να σε προσβάλλουν που δεν έδειξες να σου αρέσει η παράσταση, ενώ το υπόλοιπο κοινό το έκανε. Και δεν είναι δικαίωμά σου να μην έχεις ενθουσιαστεί, όχι, αφού ήσουν προσκεκλημένος και καθόσουν σε μπροστινή σειρά. Όχι, εφόσον ο θίασος γνώριζε ότι θα είσαι εκεί και σε παρακολουθούσε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης -απορώ πώς το κάνουν αυτό-, τότε θα έπρεπε να υποστηρίξεις αυτό το καινούργιο μανιφέστο, όχι το παλιομοδίτικο που σου έμαθε η μαμά σου και η παιδεία σου. 

Και μην απορείς που κάποιοι άνθρωποι της Τέχνης, τα υπερφυσικά ταλαντούχα όντα που τόσο θαυμάζεις, σε προσγειώνουν στη σκληρή πραγματικότητα πριν καν βγεις από το θέατρό τους. Μην στεναχωριέσαι που δεν εκπέμπουν πάντα το φως που νόμιζες, αλλά μια απρόσωπη έκφραση αποδοκιμασίας ή αγένειας. Ευτυχώς, δεν είναι όλοι έτσι. Όπως είπαμε, υπάρχουν κι αυτοί που μετά από κάθε παράστασή τους σε αφήνουν με ένα αίσθημα αγάπης, αγάπης προς αυτούς, προς αυτό που είδες, προς τον διπλανό σου, προς τον εαυτό σου, προς τη ζωή την ίδια. Και η αγάπη είναι πάντα μεγαλύτερη και πιο δυνατή. Είναι η πιο όμορφη μορφή Τέχνης. 

Δεν μπορείς να την υποκριθείς όσο υπερφυσικό ταλέντο κι αν έχεις.  

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Η ωραία υπερβολή


Nα τον αναζητάς. Να τον ελκύεις, να τον θες στη ζωή σου. Στην πραγματική ζωή σου, όχι τη διαδικτυακή. Όχι στα λάικ τα μοντέρνα, αλλά στα παλιά, τα παραδοσιακά, τα πρόσωπο με πρόσωπο "μου αρέσεις" και "θέλω να σε γνωρίσω", που δεν θα εξισωθούν ποτέ με τα διαδικτυακά. Που δεν πρέπει να εξισωθούν. Να απομακρύνεις τα φοβισμένα και τα διστακτικά σχόλια, αυτά που θέλουν πολύ σκέψη πριν γίνουν λέξεις, να απομακρύνεις όσα γίνονται μέσα από μία οθόνη που σου δίνει την ευκαιρία να κρυφτείς, να επεξεργαστείς, να μην πάρεις την ευθύνη. Να την αναζητάς την ευθύνη. 

Την είχε ήδη δει κι εκείνος. Περισσότερες από μία φορές. Την είχε δει να γελάει και να πίνει το παγωμένο ποτό της, χειμώνα. Την είχε δει να χορεύει r'n'b μουσικές και να χασμουριέται σε μερικά πιο ηλεκτρονικά ακούσματα. Δεν ήθελε να αφήσει χρόνο να περάσει χωρίς να της μιλήσει, χωρίς να μιλήσουν, αλλά αυτά έχουν οι μοντέρνοι καιροί, είναι όλα εύκολα -και δύσκολα ταυτόχρονα-, έχουν όλα ξαναγίνει και ξαναειπωθεί, είναι απλά -και περίπλοκα. Πώς γίνεται μια συνάντηση διαφορετική; Πώς γίνεται ραντεβού μια έξοδος; Πώς μια φιλική κουβέντα αποκτά άλλο νόημα, προτού γίνει βαρετή, αλλά και χωρίς να φανεί φτηνή; Κι αν δεν υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας ποια είναι τα δείγματα ότι κάτι γεννιέται; 

Να τον αναζητάς. Να μην ακούς όσους σου λένε το αντίθετο -"Θα έρθει όταν θα πάψεις να τον αναζητάς" -είναι αφελείς. Να μη φοβάσαι, να ρισκάρεις. Να μην χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους, κι ας σε χτυπούν εκεί που δεν το περιμένεις ή εκεί που πονάς περισσότερο. Να μη χάνεις το αυθόρμητο χαμόγελό σου, είναι τόσο ωραίο, την αλήθεια σου και τη σπιρτάδα στο βλέμμα σου. Ρουτινιάζουν ακόμη και τα μάτια μας αν τα αφήσουμε. Μιζεριάζει ακόμη και η χροιά της φωνής μας αν την αφήσουμε. Μην τα αφήσεις. Χόρεψε, τραγούδα, άνοιξε την πόρτα στη ζωή, κλείσε τα αυτιά σου στη ζήλια και την υπόδειξη, μην αφήνεις να σου κουνούν το δάχτυλο οι βολεμένοι ή οι παραιτημένοι. Μην παραιτείσαι από το παιχνίδι. Να το αναζητάς το παιχνίδι. 

Έχεις πολύ ωραία μύτη, της είπε, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Κι εκείνη γέλασε δυνατά, γιατί ήξερε ότι η μύτη της δεν ήταν το πιο δυνατό της σημείο. Και χάρηκε στη συνειδητοποίηση ότι δεν έχουν όλα ξαναειπωθεί και ξαναγίνει, γιατί κάθε φορά, κάθε συνάντηση είναι άλλη. Είναι μία άλλη συνάντηση. Και η δική του στραβή μύτη ήταν ωραία. Και η άχαρη κίνηση που έκανε κάθε λίγα λεπτά να πειράζει τα μαλλιά του και να τα σπρώχνει προς τα πίσω, κι αυτή ωραία ήταν. Και η υπερβολή με την οποία μιλούσε άγγιζε τα όρια της ωραίας υπερβολής, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, γιατί αν δεν υπάρχει, τότε μόλις τη δημιούργησαν. Την ωραία υπερβολή. Κι εκείνη υπερβολική πάντα, στις κινήσεις και στον τρόπο της, υπερβολικά δυναμική, υπερβολικά άνετη. Έχεις πολύ ενδιαφέρον. Θέλω να σε γνωρίσω, της είπε.

Να τον αναζητάς. Να τον αναζητάς γιατί αν δεν αναζητάς αυτόν, τότε τι υπάρχει που έχει νόημα να αναζητήσεις στη ζωή; Ποιος είναι ο πλούτος που θα κάνει τα μάτια σου και τη χροιά σου να ζωντανέψουν; Ποιος άλλος μπορεί να σε κάνει να χορεύεις και να τραγουδάς ακόμη και χωρίς μουσική; Ποιο παιχνίδι έχει τόσο ενδιαφέρον και είναι τόσο διαφορετικό και πρωτόγνωρο σε κάθε παρτίδα; Ποια ευθύνη αξίζει να πάρεις αν όχι τη δική του; Την ευθύνη να τον προσέξεις, να τον κρατήσεις, να τον εξελίξεις, να τον κάνεις δικό σου, να τον φροντίσεις. Ποιος άλλος έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται και να γίνεται αγάπη και συντροφιά και πάθος και αγωνία; 

Να, πώς καταλαβαίνεις ότι κάτι γεννιέται. Όταν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν γεννιέται τίποτα, ότι δεν υπάρχει τίποτα, ότι είναι άλλος ένας και άλλη μία όπως ήταν όλοι οι άλλοι, αλλά δεν σε πείθεις. Όταν σου αρέσει η ατέλειά του και του αρέσει η δική σου. Όταν θέλεις να τον γνωρίσεις και να σε γνωρίσει, γιατί η ώρα που περάσατε μαζί φάνηκε να κύλησε με την ταχύτητα ενός λεπτού. Όταν δεν υπάρχουν απαντήσεις. Όταν δεν καταλαβαίνεις γιατί σου αρέσει και γιατί δεν στρέφεις το βλέμμα σου αλλού. 

Να τον αναζητάς. 
Να τον αναζητάς τον έρωτα. 

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Eρωτικές Ιστορίες: Ήθελα καιρό να στο πω


Ξέρεις; Ήθελα καιρό να στο πω...

Τίποτα δεν ήταν εύκολο, είπες. Ήταν όμως αληθινό, αυθόρμητο. Τουλάχιστον από πλευράς μου, ξεκίνησε και συνεχίστηκε αβίαστα. Με ειλικρίνεια κι επιθυμία, καθαρά. Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα, τυχαία, τόσο τυχαία που ήμουν σίγουρη ότι ήταν καρμικό. Κι ας ήξερα ότι σύντομα θα ήσουν και θα ήμουν αλλού, τι σημασία είχε, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι -δεν γίνεται να μην αγαπιούνται, δεν γίνεται αν δεν αγαπιούνται. Σου άρεσε που δεν ήμουν αυτό που φαινόμουν ή που πρόδιδε η πρώτη εντύπωση. Σου άρεσε που ήμουν έξυπνη -αρκεί να ήμουν τόσο όσο δεν θα δημιουργούσα προβλήματα και δεν θα αναζητούσα αναλύσεις αργότερα. Σου άρεσε που είχα εμπειρίες στη ζωή, που τη ζούσα -αρκεί να μην έκανες δεύτερες σκέψεις, να μη ζήλευες, να μη γίνονταν αυτές οι εμπειρίες η αφορμή να δεις δικές σου ανασφάλειες. Με ήθελες τόσο... όσο. Τόσο έξυπνη, όσο είχε πλάκα και γοητεία. Τόσο έμπειρη, όσο εξυπηρετούσε την επαφή και επικοινωνία μας. Τόσο ειλικρινή και ευθύ, όσο τα όσα έλεγα δεν αφορουσαν εσένα και τη στάση σου. Δεν τα είχα δει πριν μας χωρίσει η απόσταση.

Ήσουν τέλειος. Μου άρεσε το γέλιο, το μυαλό, η αγριάδα σου -ακόμη και οι μουσικές σου. Το χιούμορ σου, η ματιά σου. Δεν αισθανόμουν ελλειπής κι ας έλειπες. Ούτε στερημένη κι ας στερούμουν επαφής. Κι όταν ζητούσα κάτι παραπάνω ή ήθελα να επικοινωνούμε περισσότερο, δεν με πείραζε τόσο που αντιδρούσες επιθετικά, δεν με θύμωνε τόσο που μου έλεγες "έτσι είμαι κι αν σ'αρέσει κοριτσάκι μου", κι ας μη μ' αρεσε, κι ας μην ήμουν κοριτσάκι. Και μείωσα για λίγο την απόσταση κι ήρθαμε κοντά και ξαναείδα και ξαναένιωσα όσα η απόσταση έκρυβε. Και σκέφτηκα, εκεί, σε μια δύσκολη καθημερινότητα, σε λίγες στιγμές μουσικής κι αγκαλιάς, σε έναν μικρό, δανεικό χώρο, σε προσωρινά δικά μας ποτήρια και καθίσματα και ολοδικές μας κουβέντες νυχτερινές, εκεί ένιωσα ότι είσαι αυτός που έψαχνα πάντα. Κι όμως. Πριν φύγω, θύμωσες, έγινες επιθετικός, σαν να έφταιγα, σαν να ήσουν σίγουρος ότι αυτό ήταν ηταν μια φούσκα που θα έσκαγε και σύντομα θα ήμουν σ' άλλη αγκαλιά. 

Όντως η φούσκα έσκασε, και λυπάμαι που στο λέω, αλλά εσύ την έσκασες, με επιθέσεις και ειρωνείες, παρερμηνείες σου, σκέψεις με αρνητικό πρόσιμο, δεν είχες διάθεση να μιλήσεις, μόνο να φτιάξεις το ψυχολογικό μου προφίλ, με διαλέξεις ακαδημαϊκού επιπέδου, ως δάσκαλος της ενήλικης ζωής μου, δεν σε ερωτεύτηκα ποτέ έλεγες -πόσο αστείο. Ούτε μια δική σου σκέψη ή συναίσθημα, κάτι που να αφορά εσένα και μόνο. Εγώ, ενώπιων του δικαστηρίου σου, κατηγορούμενη για έλλειψη μνήμης, ανωριμότητα, ερωτευμένη με την ιδέα του έρωτα, αδιάφορη για τις ελλείψεις σου -στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόμουν. Περίμενα να καταλάβεις ότι δεν είναι έτσι οι σχέσεις, δεν φεύγω και δεν φεύγεις στην πρώτη στραβή, περίμενα μέχρι που πονούσε περισσότερο η αναμονή από οτιδηποτε έλεγες τελικά. Στο διάστημα που ακολούθησε επικοινωνούσες σχεδόν αποκλειστικά εσύ, γιατί σου έλλειψα ή για να δεις απλά τι κάνω, κι εγώ, που προσπαθούσα να προχωρήσω σε άλλες αγκαλιές και επαφές, σου έλεγα πόσο αδιάφορα μου ακούγονταν όλα, πόσο απεχθανόμουν τις ψυχολογικές αναλύσεις σου, πόσο μου είχε λείψει αυτος που γνώρισα, που δεν ήσουν εσύ. 

Δεν έχει σημασία η συνέχεια. Δεν ήξερες τι ήθελες, είπες κάποτε. Κι αν ήξερες, δεν το μοιράστηκες ποτέ, δεν θα το μοιραζόσουν, γιατί δεν μπορούσες να το διαχειριστείς. Έγινα κι εγώ βλέπεις, αναλύτρια ψυχών. Όσες φορές κι αν επικοινώνησες, όσο εμφανές κι αν ήταν το ενδιαφέρον σου, προσπαθούσες να το ισορροπήσεις με ειρωνείες, μαύρο χιούμορ, δήθεν αδιάφορα σχόλια για το παρόν μου και τις νέες μου σχέσεις, για το mainstream πρόσωπό μου, τους άντρες που συναναστρεφόμουν, το αντικείμενο της δουλειάς μου. Δεν σε χρειαζόμουν πια. Δεν χρειαζόμουν έναν άνθρωπο που δεν είχε να προσθέσει χαρά σε αυτό το παρόν, σε αυτό το mainstream πρόσωπο. Κάθε σου μήνυμα, κι ένα βήμα πίσω, στις μέρες που είχα προσδοκίες, που περίμενα να με αγαπήσουν οι άλλοι αντί εγώ εμένα, που ίσως -ναι, μπορεί και να ήταν αλήθεια- ερωτευόμουν μέχρι και την ιδέα του έρωτα. 
Δεν σε χρειάζομαι πια. Μερικές μέρες, ξεχνάω και το πρόσωπό σου.

Αλλά να, ξέρεις, ήθελα καιρό να στο πω. 
Είσαι μαλάκας. 

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Ερωτικές Ιστορίες: Κόκκινο Χαλί


Δεν μιλάει πια ο κόσμος. Ή μάλλον, μιλάει πολύ πια ο κόσμος. Πολύ ανούσια, πολύ επιφανειακά, χωρίς ουσιαστικό λόγο, χωρίς ουσιαστικές σκέψεις. Φοβάται να μοιραστεί την αλήθεια του. Δεν έχει πολλή αλήθεια. Απλά περιφέρεται σε έναν κόσμο γεμάτο λέξεις συνηθισμένες, εύκολες, προσωρινές. Σε χώρους που κανείς δεν ρίχνει ματιές με νόημα πια, σε χώρους με υποτονικούς φωτισμούς, δυνατή μουσική, πανομοιότυπα πρόσωπα και αντιδράσεις. Τόσο ίδια, που αν φερθείς διαφορετικά, είσαι παράταιρος. Δεν αγαπάει πολύ ο κόσμος. Δεν αγαπάει ούτε τον εαυτό του. Τον κρατά κι αυτόν στην επιφάνεια, δέσμιο μιας εικόνας αποδεκτής, μιας δήθεν κουλ συμπεριφοράς που δεν θα παρεξηγηθεί, ίσα ίσα θα τον κρατήσει ασφαλή για λίγο ακόμη. Για πόσο ακόμη; Για πόσο ακόμη αντέχεις τα άδεια βλέμματα; Για πόσο ακόμη αντέχεις τα ίδια βλέμματα; Βλέμματα που σου επιβεβαιώνουν το εγώ σου για μερικές στιγμές, σε κάνουν να νιώθεις αρεστός, να μη φοβάσαι μήπως μείνεις μόνος. Γιατί αρέσεις. 

Την τελευταία φορά που μπήκα στο μαγαζί με το κόκκινο χαλί, δεν κοίταξα τριγύρω. Ήθελα να ζήσω τη δική μου στιγμή, τη δική μου βραδιά, τη δική μου συντροφιά, χωρίς να αναλώνω ματιές στον χώρο, που -αν και γεμάτος πρόσωπα- ήταν απλά ένας χώρος, μια βιτρίνα των ανθρώπων που ενώνουν τις μοναξιές τους για μερικές ώρες, με σύμμαχο κι από ένα κινητό τηλέφωνο. Έκλεισα το κινητό μου. Αφέθηκα στη στιγμή, στην κουβέντα, κι ας ήταν επιφανειακή και συνηθισμένη, γέλασα πολύ εκείνο το βράδυ, γέλασα με την ψυχή μου. Η Σ. περιέγραφε την τελευταία της συναισθηματική περιπέτεια, η Μ. ονειρευόταν τις θάλασσες και τις βουτιές που δεν έχουν έρθει ακόμη, ο Ν. έδινε συμβουλές απομάκρυνσης τους τοξικούς ανθρώπους, η Ε. καταριόταν τη μιζέρια που ήρθε μαζί με την κρίση, τόσο στις τσέπες μας, όσο και στα συναισθήματά μας. Κόσμος πηγαινοερχόταν στο κόκκινο χαλί, ο DJ έπαιζε το Another day of sun από το La La Land, κι εγώ σκόνταψα επάνω σου. 

Είχες διαπεραστική ματιά, βαθιά, έλειπε επιτέλους αυτό το κενό που για καιρό συναντούσα στα μάτια των ανθρώπων. Χαμογέλασες αυθόρμητα κι εγώ ντράπηκα. Ακούς; Ντράπηκα. Γιατί σχεδόν είχα ξεχάσει τι θα πει να χαμογελούν οι άγνωστοι. Hello stranger, σκέφτηκα. Και απάντησα στο χαμόγελο με ένα πλατύ, δικό μου, λίγο από αμηχανία, λίγο από σαστιμάρα. Βρεθήκαμε να μιλάμε για την επόμενη ώρα, για τη ζωή και τη ζωή μας, για τα καλοκαίρια και τους χειμώνες μας, για αυτή τη χαμένη αλήθεια που αναζητούν οι ήρωες μυθιστορημάτων και τη βρίσκουν στα πιο απίθανα μέρη. Δεν φλερτάραμε. Δεν κοιταζόμασταν με αυτό το λάγνο βλέμμα που σβήνει στο τέλος της νύχτας, είτε έχοντας ικανοποιηθεί, είτε απλά γιατί τόσο ήταν να διαρκέσει. Κοιταζόμασταν με δίψα. Δίψα για συγκίνηση αληθινή. Για φλερτ μεγαλύτερο από το "φλερτ" που ξέρουμε -δεν υπάρχει λέξη να το περιγράψει-, για μοίρασμα και αμοιβαιότητα. Δεν υπάρχει κεραυνοβόλος έρωτας. Υπάρχει αλήθεια, κι αν δυο αλήθειες συναντηθούν, μπορεί να ερωτευτούν. Οι παρέες μας έγιναν μία, και στον αέρα επικρατούσε μια αύρα θετική, μια ενέργεια γλυκιά, ένα κέφι που σαν να μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλο, λες και ήμασταν μια παλιά συντροφιά που είχε καιρό να βρεθεί και να γελάσει. 

Πόσες τέτοιες ιστορίες έχουν ξεκινήσει με αυτό τον τρόπο, ε; Επάνω σε ένα κόκκινο χαλί, ένα καλοκαιρινό βράδυ, στην πόλη. Ανάμεσα σε δεκάδες φωνές και ανάγκες και ελλείψεις, ανάμεσα σε τόσες μοναξιές που παλεύουν να ενωθούν. Όλοι μια αγκαλιά ψάχνουμε, μου είπε πρόσφατα κάποιος, που όμως αναλώνεται σε προσωρινές αγκαλιές. Κι εγώ, που αν η έμφαση δινόταν στο ΜΙΑ θα συμφωνούσα απόλυτα μαζί του, αισθανόμουν τελικά ότι είχα πολλές αγκαλιές εκείνο το βράδυ, αγκαλιές από φίλους, αγκαλιά από τον ξένο, αγκαλιά από τη μουσική. Μια αγκαλιά η ζωή μου ολόκληρη. Κι ας μιλάει πολύ ο κόσμος. Κι ας μένει στην επιφάνεια ο κόσμος. Κι ας φοβάται να δει μέσα του και να βρει το μονοπάτι του. Αγαπάει ακόμη ο κόσμος.