Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

O ιός

Δεν σου είπα ποτέ ότι ήταν πολύ ωραίο το χέρι σου πάνω στο δικό μου εκείνη την βραδιά, που τρώγαμε μακαρονάδες. Σε ένα μισοάδειο μαγαζί, που εμάς μας φαινόταν ότι είχε κόσμο πολύ και θέλαμε ησυχία. Ήταν ωραίο το χέρι σου πάνω στο δικό μου, ήταν ανακουφιστικό, ήταν ζεστό, δεν ήταν δεδομένο. Ήταν ανακουφιστικό ότι ήσουν εκεί δίπλα εκείνη τη νύχτα, όταν ένιωθα ότι είχε συμβεί μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου και ποτέ δε σου είπα ευχαριστώ. Δεν σου είπα ευχαριστώ για αυτό το τραπέζι, ήταν πολύ ωραίο, θα έπρεπε να το κάνουμε πιο συχνά, χωρίς να κοιτάξουμε ούτε μία φορά το ρολόι, χωρίς να πούμε "θα τα πούμε την Πέμπτη", και την Πέμπτη να το αναβάλουμε γιατί κάτι έτυχε, και να μην ανανεώσουμε ποτέ. 

Συγνώμη που δεν σου έδωσα εκείνο το φιλί, το ήθελα. Ναι ήταν καλό να μετράμε τα φιλιά μας, να μετράμε τα λόγια μας, όλα δίνονταν χωρίς σκέψη, κι εμείς θέλαμε να το αλλάξουμε αυτό, θα είχαμε χρόνο άλλωστε, να τα ξαναπούμε, να αποδείξουμε ότι είχαν νόημα. Είχαν νόημα, φυσικά και είχαν. 

Δεν θα ξαναγυρίσει εκείνο το βράδυ, με το χέρι σου πάνω στο δικό μου, με τα αστεία που μου έλεγες για να νιώσω καλύτερα, ούτε εκείνη η Πέμπτη που αναβάλαμε να ξαναβρεθούμε θα έρθει πάλι, ούτε αυτός ο λιγοστός κόσμος που μας φαινόταν πολύς θα μας κυκλώσει ξανά. 
Τώρα το μαγαζί είναι κλειστό, μπορείς να παραγγείλεις την μακαρονάδα στο σπίτι, να την φας μόνος σου, και εγώ μόνη μου, να πούμε εντυπώσεις μέσω μίας βιντεοκλήσης, μετά να πλύνουμε καλά τα χέρια μας, να πετάξουμε τη σακούλα με το πακέτο, το άδειο πακέτο, να σου στείλω ένα φιλί. 

Έχω ξεχάσει πώς είναι το χέρι σου πάνω στο δικό μου, ξέρω ότι όλοι αυτοί που ήταν γύρω μας εκείνο το βράδυ είναι κι αυτοί μόνοι τους τώρα, το πολύ πολύ περπατούν φορώντας μάσκες στο πρόσωπό τους, μιλάνε με τα μάτια και κρατούν αποστάσεις 2 μέτρων. 
Δεν ενοχλούν εσένα κι εμένα πια, ενοχλούν και ενοχλούνται οι ίδιοι, κοιτούν καχύποπτα με τη σειρά τους όποιον συναντούν. Και σε αυτούς θέλω να ζητήσω συγνώμη, μου λείπουν οι φωνές και φασαρία τους, η ελευθερία τους, όπως και η δική μας, η μούρη τους η ξινή, η άνετη, η αυθεντική, η φανερή. Τώρα είναι φοβισμένοι, λένε -όπως κι εσύ, όπως κι εγώ-, ότι υπάρχουν πολλά θετικά σε αυτή την ιστορία, ότι βρίσκουν κι εκείνοι τώρα τα λόγια που εκείνο το βράδυ ίσως δεν είχαν τολμήσει να πουν στους διπλανούς τους. 

Τολμούσαν όμως να φτερνιστούν μπροστά τους, τολμούσαν να πιούν από το ίδιο ποτήρι και να δοκιμάσουν από το πιάτο που ήταν στη μέση, όπως κι εμείς -ναι- τρώγαμε από το ίδιο πιάτο. Και μου κρατούσες στο χέρι και ήθελα να σε φιλήσω,
 και να σου πω "ευχαριστώ που είσαι εδώ". 

Δεν το έκανα ποτέ, 
συγνώμη. 


*The Lovers II, 1928 by Rene Magritte


Τρίτη, 17 Μαρτίου 2020

Καθαρός αέρας


Οδηγούσε ακούγοντας ένα τραγούδι της Εντίθ Πιαφ -παραδόξως ένας σταθμός της πρωτεύουσας έπιανε σήμα μέχρι εκείνα τα μέρη. Φτάνοντας στο χωριό, κατευθύνθηκε προς το κέντρο υγείας -ο γιατρός κοιμόταν, αν δεν ήταν πολύ σοβαρή η κατάσταση, της πρότεινε να ξαναπεράσει το απόγευμα για να ξεκουραστεί λίγο. Όχι, δεν ήταν κάτι σοβαρό. Μια μικρή αδιαθεσία που προέκυψε στον δρόμο. Ο σταθμός τώρα έπαιζε κάποιο σύγχρονο λαϊκό. Η γιαγιά την περίμενε στην πόρτα, φορώντας μαύρο παντελόνι και μπεζ μπλούζα, πάντα διαφορετική από τις άλλες γιαγιάδες του χωριού, όλες με φούστες μακριές, μαυροφορεμένες συνήθως. Εκείνη όχι. Έπιασε την κουβέντα σαν να είχε να μιλήσει μέρες -και δεν αποκλείεται, αν υπολογίσει κανείς ότι η καλύτερη παρέα της τα τελευταία χρόνια ήταν ο κήπος και τα λαχανικά της.

Βγήκε για τρέξιμο, κρατώντας το κινητό στο χέρι, με το spotify να παίζει r' n' b και στη διαδρομή τους χωριανούς να την κοιτάνε από τους κήπους τα μπαλκόνια ή τα αυτοκίνητα. "Τίνος είσαι εσύ;", θα την ρωτούσαν αν δεν έτρεχε χωρίς να κοιτάει δεξιά και αριστερά. Στη διαδρομή πέρασε από το σπίτι μιας φιλικής οικογενείας που έπαιζαν όταν ήταν παιδιά. Τώρα όλοι τους έχουν έρθει στην πρωτεύουσα, είχαν κάνει οικογένειες ή κυνηγούσαν καριέρες. Μετά το τέλος της διαδρομής έβγαλε δυο φωτογραφίες για το Instagram, το ποτάμι και τον πλάτανο, και μία σελφι στο φινάλε των 10χλμ.

"Όταν τα μωρά ήταν νεογέννητα τα σκέπαζαν με μαύρες μαντίλες, έκοβαν από δέντρα μια βέργα από αυτές που δεν σπάνε και κάνανε καμάρα, ώστε να μη φεύγει η μαντίλα- τα είχαν στα σκοτεινά, μέρα και νύχτα. Και τα βγάζανε μόνο για να βυζαίνουν. Της έλεγα της μάνας μου, ξεσκέπασέ το να το δω! Εγώ δεν το έκανα ποτέ όταν έγινα μάνα. Δεν μ’ άρεσαν αυτά». Η γιαγιά έλεγε ιστορίες κι εκείνη την άκουγε. Της θύμιζε πόσο διαφορετική είναι η ζωή, ποια νοήματα την ορίζουν και ποιες στιγμές είναι ευλογημένες και όχι δεδομένες. Έλεγε ακόμη για τα κουτσομπολιά του χωριού, στα οποία έμενε αμέτοχη, αποστασιοποιημένη, στα μάτια των άλλων, ίσως απόμακρη. 

Κοίταξε τα εισερχόμενα μηνύματα. Τίποτα. Πουθενά, ούτε στο messenger, ούτε στο Whats App, ούτε στο instagram. Λίγες μέρες πριν από το ταξίδι, είχε βγει με έναν γοητευτικό τύπο, είχε εκδηλωθεί ένα φλερτ, θα μπορούσες να το πεις και ενδιαφέρον, αλλά όχι, το ενδιαφέρον δεν φαινόταν τόσο εύκολα. Έπρεπε να κλείσεις τα δεδομένα σου και να περάσεις χρόνο μαζί και κανείς δεν είχε χρόνο. Τι αστείο. Δεν ήταν εποχές για χρόνο, αλλά για μηνύματα και σέλφις, για φλερτ στο σόσιαλ μίντια, για ραντεβού του πεντάλεπτου, για σεξ του τώρα ή ποτέ. Πού χρόνος για κουβέντες και επαφή; Κι όμως εδώ οι μέρες ήταν μεγάλες και πλούσιες και η επαφή έντονη, με τα πάντα: με την πέτρα, με το νερό του ποταμού, με τις μέλισσες, τους χωριανούς, με την κυρία στον φούρνο ή στο μίνι μάρκετ που έπαιρνε καφέ και ζάχαρη για τη γιαγιά. Είχε χρόνο να παρατηρήσει την πεταλούδα, τη γάτα, τα μανιτάρια στην πεζοπορία, τα αστέρια το βράδυ, που ήταν πολλά. Πάρα πολλά. Και στην πόλη προσπαθούσε να δίνει χρόνο στα «μικρά», στον ήλιο και στο χαμόγελο, αλλά η κίνηση, η συνήθεια, η καθημερινότητα, η αφηρημάδα των σόσιαλ μίντια, δεν της επέτρεπαν να χαρεί όσο ήθελε την κάθε στιγμή.



Κι εκείνος ήταν παιδί της εποχής του, καλομαθημένος, γόης, παιχνιδιάρης και ανασφαλής, που δεν είχε περισσότερο χρόνο να αφιερώσει από όσο θα απαιτούσε μια συνάντηση στο σπίτι του. Δεν πήγε στο σπίτι του, όχι από σεμνοτυφία, αλλά γιατί δεν ήταν βολικό, θα την ξεβόλευε αρκετά και είχε αποφασίσει να ακολουθεί τα αβίαστα -κι αυτά, όχι χωρίς σκέψη. Πόσα βράδια, πόσες βεβιασμένες οικειότητες, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέχασε γρήγορα και το όνομά τους, γιατί δεν εκβιάζεται ούτε καν με τη σωματική επαφή η ουσία και το ενδιαφέρον, ο χρόνος, η οικειότητα. Έτσι την επόμενη μέρα μπορεί να τσακωνόταν με τον μέχρι χτες ερωτευμένο μαζί της, γιατί η βεβιασμένη οικειότητα τον έκανε να της πει «ρε μαλακα!» αντί καλημέρας. Σε άλλη περίπτωση, έπιανε τον εαυτό της να παρηγορεί έναν άντρα που γνώριζε μόλις δύο εβδομάδες, γιατί παράλληλα με το ενδιαφέρον του για εκείνη, είχε να ξεπεράσει ένα διαζύγιο κι ένα παιδί που πλέον δεν ήταν στην καθημερινότητά του όπως πριν. Άλλος, μόλις είδε ότι είναι πολυάσχολη της είπε "Δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ, λυπάμαι". Άλλος ζητούσε ραντεβού κάθε 15 μέρες, χωρίς ξεκάθαρες προθέσεις, φιλικές ή ερωτικές, μέχρι που παρέλυσε κάθε όρεξη και από πλευράς της και εξαφανίστηκε προτού πεθάνουν από πλήξη και οι δύο. Φλερτ που δεν οδηγούσαν πουθενά, βραδιές με ματιές και ανταλλαγή ίνσταγκραμ, αλκοόλ και τσιγάρο, βλέμματα εντυπωσιασμού, τύπου "τι κορίτσι είσαι εσύ", που κρατούσαν σαν τα μάγια της σταχτοπούτας και είχαν λυθεί την επόμενη μέρα.

Ο θείος της είπε σήμερα «ξέρεις κανέναν που να ευτύχησε στον γάμο του, και μάλιστα χιουμοριστικά ρώτησε τρεις τέσσερις συγχωριανούς του, που ήταν εκείνη την ώρα στο καφενείο κι έπαιζαν τάβλι. Α ναι, μόνο οι άντρες κυκλοφορούσαν στα καφενεία και στις ταβέρνες, τις κοίταζαν σαν κάτι εξωπραγματικό, κεφάλια που γυρίζανε ταυτόχρονα και χωρίς τακτ κάθε φορά που έμπαιναν μέσα -σε αυτές τις επισκέψεις τους δυο φορές τον χρόνο στο χωριό. Τις γυναίκες τις έβλεπες μόνο σε δουλειές νοικοκυριού ή να νανουρίζουν τα μωρά στα καρότσια τους. Η κυρία Χαρά έλεγε πως όλες τους ήταν αδύνατες στα νιάτα τους, από τις δουλειές και από τα πήγαινε-έλα, φορτωμένες είτε με νερό απ' την πηγή είτε με ρούχα πλυμένα. Κι εκείνη μαύρα φορούσε και φαινόταν χρόνια μεγαλύτερη από την ηλικία της, οι ρυτίδες είχαν χαραχτεί βαθιά σε όλο της το πρόσωπο. Όσο χρόνο είχες να παρατηρήσεις τις πεταλούδες, άλλο τόσο χρόνο είχες να παρακολουθήσεις κάθε γραμμή στα πρόσωπα των ανθρώπων, κάθε κίνηση ενώ κόβανε τα λαχανικά τους, κάθε βλέμμα περαστικού για τον οποίο ήσουν η "ξένη", αλλά και κάθε αυθόρμητη κουβέντα, χωρίς σκέψεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις, από τον καθαρό εαυτό τους, χωρίς κοινωνικό προφίλ και καθωσπρεπισμό. Παρατηρούσε τη γιαγιά της, που έχοντας περάσει τα 85 της χρόνια, διατηρούσε τον δυναμισμό της, αποφάσιζε για τον εαυτό της, έκανε αυτά που την ευχαριστούσαν, μοντέρνα για την εποχή της, τι κι αν σχολίαζαν οι άλλοι; 

Άφησε το κινητό στην άκρη. Μα ακόμη περισσότερο, τις προσδοκίες που αυτό δημιουργούσε. Τις προσδοκίες επιβεβαίωσης, αποδοχής, δήθεν μοιράσματος (μεταξύ αγνώστων), της διεκδίκησης μιας προσοχής που στην πραγματική ζωή είχε λιγότερη ανάγκη, ή σίγουρα ελάχιστη, από ελάχιστους. Αυτή η προσοχή από όλους, το "μου αρέσει" που όσο πιο συχνά και πολλάκις "ειπωμένο", τόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση έδινε, το άφησε στην άκρη. Δεν το χρειαζόταν. Δεν χρειαζόταν να αποτυπώσει μέσα από εικόνες και βίντεο ποια είναι και πώς περνάει, τι σκέφτεται ή πόσο δυναμική ή βαρετή είναι. Ακόμη κι αυτό το φλερτ των προηγούμενων ημερών, όπως και κάθε φλερτ και γνωριμία που την έβαλε σε σκέψεις τον τελευταίο καιρό, ίσως αποκομμένα πλήρως από τον κόσμο της τεχνολογίας, ίσως, να ήταν ένα άλλο φλερτ, μια άλλη γνωριμία. Πώς θα λειτουργούσαν, άραγε, εκεί, στη φύση, οι δυο τους, πόσα πράγματα θα είχαν να μοιραστούν; Θα απολάμβαναν την ελευθερία του βουνού, το πράσινο του λιβαδιού, τους ήχους μιας αγνής μέρας; Θα μπορούσαν να συζητήσουν χωρίς τις οθόνες μπροστά τους και ανάμεσά τους; Ή θα πνίγονταν, γιατί δεν θα ανέπνεαν καν τον ίδιο καθαρό αέρα;

Χρειαζόταν καθαρό αέρα.   

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Ζωάρα ή τίποτα



Η γυναίκα, η γυναικάρα, το ταξίδι, η ταξιδάρα, η μαγαζάρα, η φαγητάρα, η παραστασάρα, η ζωάρα. Όλα στον υπερθετικό βαθμό, στη μεγέθυνσή τους, πιο μεγάλα από ότι είναι, πιο ωραία, πιο άξια σχολιασμού. (Για την αγάπη άραγε γιατι δεν υπάρχει αυτή η μεγέθυνση; Όχι αγαπάρα, αλλά αγαπούλα, όχι αγαπάρα αλλά αγαπάκι. Εκεί πάντα πιο συγκρατημένοι οι άνθρωποι στα λόγια- πόσο μάλλον στις πράξεις). Και η ζωάρα, η αγαπημένη της πλειοψηφίας λέξη από τις παραπάνω, συνήθως ως επισήμανση όμως, της σπουδαίας ζωής των άλλων. Της αξιοζήλευτης ζωής. Της ζωής των social media. Ποια ειναι αυτή η ζωάρα, αλήθεια; 

Ζωάρα ειναι να ξεκινάς τη μέρα σου χαρούμενος και με τον αγαπημένο σου δίπλα σου, 
να τρως καρπούζι το μεσημέρι στο μπαλκόνι ή μακαρόνια με κιμά της μαμάς στο πατρικό σου,
να κολυμπάς σε μια θάλασσα που νιώθεις όλη δική σου, ή απλά να βλέπεις τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα, 
Ζωάρα ειναι να περνάς χρόνο με τους φίλους σου (και όχι να «βλέπεστε» στα σοσιαλ μίντια και να συναντιέστε μία στο τόσο για να σχολιάσει ο ένας «σε βλέπω, ζωάρα κάνεις»). 
Ζώαρα ειναι να έχεις χόμπι και να τα εξασκείς συχνά, να αγαπιέσαι, να έχεις στέκια, να σε καλοδέχονται, να γελάς, να διαβάζεις, να μετράς εμπειρίες που σου ανοίγουν το μυαλό και την καρδια, 
ζωάρα ειναι να δουλεύεις με φίλους, να σου αρέσει η δουλειά σου, να μπορείς να κάνεις υπερωρίες χωρίς να υποφέρεις.
Ζωάρα ειναι να περνάς το Σαββατοκύριακο εκεί που νιώθεις σπιτι σου.

Ζωάρα ειναι να μετράς αγκαλιές, ζεστασιά. 
Να γελάς μέχρι δακρύων με τα αδέρφια σου επειδή θυμηθήκατε μια ιστορία από το παρελθόν σας που μόνο εσεις ξέρετε και καταλαβαινετε. 
Ζώαρα είναι αυτό που για σένα ή για μένα ή για εκείνον ή εκείνη αντιπροσωπεύει τη χαρά τους. Αυτό που μας ολοκληρώνει, μας ισορροπεί, μας γαληνεύει ή μας ξεσηκώνει, μας συγκινεί, μας κάνει να κοιμόμαστε καλά το βράδυ. 
Ζωάρα είναι επιλογή. Επιλογή αυτή τη μια ζωή που μας ήρθε, σε αυτό τον ατελή μα τόσο ωραίο κόσμο να τη ζήσουμε σε «μεγεθυντικό» βαθμό -να κάνουμε τη ζωή...ζωάρα. Για μένα μπορεί να σημαίνει να ζω κάθε στιγμή και να κάνω εκατό πράγματα μέσα σε μια ημέρα που χωράει τα μισά, για σένα μπορεί να είναι ο μεσημεριανός ύπνος και το άραγμα στο netflix. Κι εγώ ζωάρα, κι εσύ ζωάρα, αν αυτό πραγματικά θες.

Δεν είναι τα μαγιό που φοράμε, δεν είναι οι πόζες και οι πισίνες, δεν ειναι τα ποστ στο ίνσταγκραμ που δείχνουν ένα κομμάτι μας μόνο, δεν είναι το τσάμπα, δεν είναι η ύλη, δεν είναι το πορτοφόλι μας. Και σίγουρα δεν είναι να παρατηρούμε τις ζωές των άλλων και να τους επισημαίνουμε σε κάθε ευκαιρία «τι ζωάρα κάνουν», λες και είναι κάτι περίεργο- λες και δεν οφείλουμε όλοι να κάνουμε ζωάρα, λες και δεν ειναι σχεδόν υποχρέωσή μας, μιας και ΜΙΑ την εχουμε. 

Εκτός κι αν βρε παιδιά, εσείς που το λέτε και το ξαναλέτε, ξέρετε κάτι παραπάνω περί αυτού -πείτε το και σε εμάς να χαλαρώσουμε. Μήπως δεύτερη ζωή έχει; 

(Από σήμερα θα βάλω στο λεξιλόγιο μου τη λέξη «αγαπάρα». Στέλνω Αγαπάρες προς όλους και καλό υπόλοιπο καλοκαιριού)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Guest blogger series: Η αφιέρωση by nenimentz



Είναι η πρώτη φορά που γράφω κάτι έτσι δημόσια ως άποψη ή ως homage για κάποιο πρόσωπο και μου μοιάζει κάπως περίεργο, όμως είναι πολύ μεγάλη η ορμή που με οδήγησε εδώ για να την προσπεράσω.
Θα ξεκινήσω φανερώνοντας την μεγάλη μου λατρεία στο γυναικείο φύλο, τον θαυμασμό μου στις γυναίκες και την τεράστια ανάγκη μου να τις εξυψώσω μέσα από την ιστορία, την πορεία, την ενέργεια μιας πολύ αγαπημένης μου φίλης εικοσαετίας, και αυτό γιατί είναι θαυμαστή στα μάτια μου και σπάνια.
Τρέφω τεράστια εκτίμηση και με ελκύουν οι άνθρωποι -και δη οι γυναίκες- που μάχονται για να καλυτερεύσουν τον κόσμο τους και εκείνον γύρω τους χωρίς να βροντοφωνάζουν, χωρίς να έχουν την αδυσώπητη ανάγκη της διαρκούς επιβεβαίωσης, που μέσα στην εποχή της εικόνας και του απόλυτου βομβαρδισμού μας από αυτήν, εκείνοι επιλέγουν να εισχωρήσουν στην εποχή με μια οξύνοια που τους παρέχει το προνόμιο να μην γίνονται θύματά της. Και αυτό γιατί διατηρούν μια ταπεινότητα, μια πίστη σε ουσιώδη στοιχεία, μια στωικότητα και ταυτόχρονα μια δύναμη εσωτερική που δεν γίνεται έρμαιο των διαρκώς εναλλασσόμενων προτύπων ή της μεγάλης ανασφάλειάς μας για επιβεβαίωση σε καθημερινή βάση και σε όλους τους τομείς.
Και δεν θα μιλήσω για τις γυναίκες-θύματα μιας δύσκολης, παρανοϊκής κατάστασης, που a priori είναι αξιοθαύμαστες, αλλά για εμάς τις υπόλοιπες που όσο κι αν θεωρούμε τους εαυτούς μας μαχητές, στο τέλος υποκείμεθα στα ίδια ακριβώς πρότυπα που απορρίπτουμε.
Η Λ* μας ευτυχώς δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία.
Χωρίς να στρέφει την προσοχή επάνω της, χωρίς να φωνάζει, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς να υποκινεί εντάσεις, χωρίς να εκμεταλλεύεται τους γύρω της, χωρίς να υψώνει την φωνή της, χωρίς να προκαλεί, χωρίς να θέλει όλα να περιστρέφονται γύρω της, με την μεγάλη της καρδιά, με την αστείρευτη υπομονή της, με την αδήριτη ανάγκη της για γνώση, για εξέλιξη, για αυτοβελτίωση, μας δίνει μαθήματα ύπαρξης, ουσιαστικής ύπαρξης. Εμείς οι «τολμηροί» και loud δεν πιάνουμε μία μπροστά της, όταν τολμάει και πιστεύει στις δυνάμεις της και τα καταφέρνει. Εμείς οι «ισχυροί» δεν πιάνουμε μία μπροστά της όταν λυγίζουμε και εκείνη μας δικαιολογεί και μας χωράει και χωράει και αυτούς που μας πλήγωσαν ακόμα ή μας φέρθηκαν σκάρτα. Και συγχωρεί και εκείνους που την ίδια την κακομεταχειρίστηκαν και αδιαφορεί για την κακία και σνομπάρει την δημοσιότητα που όλοι λαχταράμε και την αναγνώριση, παρά μόνο εάν προέρχεται από την ικανότητα και την δουλειά. Αυτή η κοπέλα, η φίλη μας (η μαμά ή ίσως η γιαγιά μας) κουβαλάει μια αληθινή σοφία που είναι δυσεύρετη πλέον και τόσο ντελικάτη που μονάχα να την χαζέψεις μπορείς.
Είναι θηλυκό γνήσιο που δεν μεταχειρίζεται την φύση του για να επιτύχει τους στόχους της, που σιωπηλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς «κοιτάξτε με» και λοιπές ανάγκες προβολής, πορεύεται με τέτοια τρομερή ψυχική δύναμη που συγκινεί.
Ο άνθρωπος που δεν σου παραπονέθηκε ποτέ γιατί πάντα φροντίζει να φωτίσει εσένα και τις ανάγκες σου και τους φόβους και τις ανησυχίες σου και να αφήσει στην άκρη τα δικά του μικρά ή μεγάλα ζητήματα, που χαίρεται μαζί σου, σε στηρίζει στα καλύτερά σου και σε στέργει με καλοσυνάτη αυστηρότητα στα στραβά σου, που σε μαλώνει χωρίς ποτέ να γίνεται επικριτικός και πάντα σκέφτεται διπλά και τριπλά μην τυχόν άφησε έστω και την παραμικρή υπόνοια που μπορεί να σε πλήγωσε ή να σε τραυμάτισε, μάλλον (ή τουλάχιστον στα μάτια μου) είναι σπουδαίος.

Και για εμένα η Λ* είναι ένας τέτοιος άνθρωπος που με τιμά με την φιλία του και τυχαίνει να είναι και γυναίκα.

Γυναίκα σαν αυτές που ελάχιστες μπορεί να γνωρίζουμε.
Έι λοιπόν Λ* είμαστε proud for you!!

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

(Δεν) Είμαι τα Insta-Stories μου


Σε βλέπω χαμογελαστό με φόντο ένα ηλιοβασίλεμα. Σε βλέπω μελαγχολικό μπροστά σε μία ξύλινη πράσινη πόρτα, ή σε βλέπω γελάς με την παρέα σου φορώντας τα μαγιό σας. Σε βλέπω να χαϊδεύεις μια ξαπλωμένη γάτα, να πίνεις ένα πράσινο κοκτέιλ που δεν έχω ξαναδεί, να κάνεις πατίνια ή να τρέχεις στο πάρκο. Σε βλέπω πότε ασπρόμαυρο, πότε χρωματιστό, πότε από κοντά, πότε από μακριά, πότε την πλάτη σου και πότε τους κοιλιακούς σου, πότε το βλέμμα σου αυστηρό, πότε γλυκό, πότε αστείο. Ξέρω  τι δουλειά κάνεις, ξέρω πού βρίσκεσαι τελευταία, αν έχεις ταξιδέψει κάπου ή τι βιβλίο διαβάζεις. Μπορώ να αντιληφθώ τη μουσική που σε συντροφεύει, καταλαβαίνω ποιοι είναι οι κολλητοί σου, πόσα μαγιό έχεις ή αν φοράς αστείες σαγιονάρες. Α, ξέρω και τα αποφθέγματα με τα οποία ταυτίζεσαι, μέσα από αυτά μαντεύω αν είσαι χαρούμενος ή θυμωμένος, αν απογοητεύτηκες τελευταία ή αν βρίσκεις φοβερά άβολο το να συναντάς παλιούς συμμαθητές σου και να μην έχεις τίποτα να πεις μαζί τους. Καταλαβαίνω, επίσης, αν είσαι μόνος ή όχι στην προσωπική σου ζωή, και πώς αυτό μεταφράζεται σε ποτά με τους φίλους ή σε ρομαντικές φωτογραφίες με το αντικείμενο του πόθου να κοιτάζεστε στα μάτια ή να τσουγκρίζετε τα ποτήρια με το κρασί σας. 

Στην πραγματικότητα δεν σε ξέρω.   

Δεν ξέρω αν είσαι ρομαντικός και σου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα, αν κρυφά ζωγραφίζεις ηλιοβασιλέματα τα βράδια, ή αν απλά είναι ωραίο να ποζάρεις με φόντο ένα τέτοιο, δηλώνοντας χαρούμενος που ζεις το ελληνικό καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν είσαι μελαγχολικός ή αν απλά σου πάει αυτό το προφίλ στις φωτογραφίες. Αν σου άρεσε πραγματικά αυτή η πράσινη ξύλινη πόρτα, αν είναι όνειρό ζωής σου να αποκτήσεις ένα σπίτι στις Κυκλάδες ή αν απλά ήθελες να δημοσιεύσεις μία φωτογραφία εκείνη τη στιγμή για να τη δει κάποιος άλλος. Δεν ξέρω καν αν είσαι φιλόζωος, αν ταΐζεις τις γάτες στον δρόμο ή αν απλά θες να τις φωτογραφίζεις, γιατί έτσι. Δεν ξέρω πώς είναι η φωνή σου, πώς είναι το άγγιγμά σου και πώς γελάς -με τι γελάς;-, δεν ξέρω αν το αυστηρό σου βλέμμα σημαίνει ότι είσαι ένας αυστηρός τύπος που παίρνει τη ζωή του πολύ στα σοβαρά ή αυτοσαρκάζεται. Έχεις χιούμορ; Είσαι στ' αλήθεια ευαίσθητος; Τι αγαπάς πραγματικά, πίσω από όλα αυτά τα #love και τα #αγαπώ που απευθύνονται πότε σε τοπία, πότε σε κάποιον περίεργο τύπο που είδες στον δρόμο ή στην παραλία, πότε σε ένα σκυλάκι αγνώστου στο οποίο αφιέρωσες τυχαία μερικά λεπτά. Πώς είσαι όταν συναναστρέφεσαι άλλους; Σ' αρέσει να γνωρίζεις ανθρώπους και να τους μιλάς; Να δημιουργείς δεσμούς, όπως η "αλεπού" και ο "μικρός πρίγκιπας"; Τι σε συγκινεί; Κι αν ονειρεύεσαι να φτιάξεις μια φάρμα και να μεγαλώνεις την οικογένειά σου σαν "το μικρό σπίτι στο λιβάδι", πώς μεταφράζεται αυτό φωτογραφικά; 

Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν σε ξέρω και δεν με ξέρεις. Δεν μπήκα στη διαδικασία να σε μάθω ούτε εσύ να μάθεις εμένα. Έβγαλα τα συμπεράσματά μου, μέσα από αυτά που έδειξες σε μένα και σε όλους τους άλλους φωτογραφικά ή βιντεοσκοπημένα. Νιώθω πως σε ξέρω, όπως κι εσύ, μέσα από το κοινωνικό προφίλ σου, όπως αντιλαμβανόμαστε για κάποιον που μόλις γνωρίσαμε αν είναι πχ. ευγενής ή αν μιλάει πολύ, ή όχι. Τίποτα άλλο. Προσπέρασα την αύρα σου, την ενέργειά σου, τις σκέψεις σου, τις ομορφιές ή τις ευαισθησίες σου που δεν απαθανατίζονται και δεν καταγράφονται. Προσπέρασα το χαμόγελό σου και τις παραξενιές σου, δεν σε αντιμετωπίζω σαν έναν άνθρωπο λευκό χαρτί, μπορεί να είσαι ένας ινφλουένσερ ή ένας ακόμη μέσα στους δεκάδες που βλέπω καθημερινά και μετά από μερικά δευτερόλεπτα ξεχνάω. Είσαι μία αλεπού ανάμεσα σε όλες, δεν σε εξημέρωσα, δεν με εξημέρωσες, δεν δημιουργήσαμε δεσμούς. 

Και λυπάμαι που επειδή βλέπουμε ο ένας τον άλλο μέσα από το κινητό μας, να βγαίνουμε ή να διασκεδάζουμε, να χορεύουμε, να είμαστε κοινωνικοί και πλούσιοι σε φίλους, συμπεραίνουμε ότι κανείς μας δεν έχει ανάγκη από άλλους "φίλους" ή δεσμούς. Λυπάμαι που δεν υπάρχει λέξη που να αποτυπώνει το διαδικτυακό φλερτ -γιατί δεν είναι φλερτ αυτή η ανταλλαγή μηνυμάτων που ούτε στα 15 μας απολαμβάναμε, λυπάμαι που η αλήθεια μας εξαντλείται σε συνομιλίες που ξεκινούν με αφορμή ένα Insta-Story που ανεβάσαμε. Λυπάμαι που δεν σε ρώτησα αν στ' αλήθεια σ΄αρέσουν οι γάτες και τα ηλιοβασιλέματα, τι βρίσκεις πραγματικά ξεκαρδιστικό και ποια παραξενιά σου (δεν) θες να αποβάλλεις. Λυπάμαι που δεν συστηθήκαμε κανονικά, παραδοσιακά, ξεπερασμένα ίσως, με μια χειραψία, να ακούσεις πώς προφέρω το όνομά μου, κι εγώ πώς σε φωνάζουν πέρα από το κωδικοποιημένο σου όνομα στα social media. Κι αν είσαι ο άγνωστος Χ, για τον οποίο πάντα υπάρχει χώρος σε μια καθημερινότητα "γεμάτη" δράση, όπως προδίδουν οι φωτογραφίες μου, λυπάμαι που δεν στον έδωσα. 

ΥΓ: Προς εκείνους που δεν γνώρισα όπως πραγματικά είναι, ενώ θα ήθελα, απολογούμαι. Προς εκείνους που νόμιζαν με τη σειρά τους πως με ξέρουν, επειδή "ακολουθούμε" ο ένας τον άλλο στα social media, εγώ ξέρω ότι δεν είσαι το λάικ σου, ούτε το ίνστα-στόρι σου, ούτε ο άσπρος τοίχος από τον οποίο μας χαιρετάς σήμερα. Ούτε κι εγώ είμαι. 

Πάμε να δούμε το ηλιοβασίλεμα τώρα;